Αρθρα Συνεργατων

Μικρές Ιστορίες (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου) της Σοφίας Κουκουλά 19/09/2020

19 Σεπτεμβρίου, 2020

                                                   Μικρές Ιστορίες

                                                              (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου)

Της Σοφίας Κουκουλά

 

Τα απολεσθέντα

 

Η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει. Χτυπούσε στο πεζοδρόμιο σαν ενοχλητική χάντρα σε χέρι έμπειρο στο μπεγλέρι. Ρυθμικά, συνεχόμενα, με την δύναμη και την σιγουριά, που δίνει σε κάποιον η πολυετής ενασχόλησή του με το άθλημα. Στον συγκεκριμένο παραλληλισμό βοηθούσε κι ο χώρος, που ήταν στημένο το σκηνικό της βροχερής βραδιάς. Ένα ημιυπόγειο κάπου στο Κουκάκι με θέα τα λασπωμένα παπούτσια των βιαστικών περαστικών, που έσπαγαν την μονοτονία του μπεγλεριού πότε πότε. Κατά τ’ άλλα χαμηλός φωτισμός, ένας καναπές με πλάτη τον ξεφτισμένο λαδί τοίχο, τραπεζάκι στην μέση, βιβλία παντού, μια καρέκλα αγανακτισμένη από το βάρος των ανοικοκύρευτων, τηλεόραση ανοιχτή να παίζει στο χαμηλό και ντουμάνι, πολύ ντουμάνι μωρέ αδερφάκι μου!

   Το ντουμάνι όχι περί του πονηρού μα ένεκα της κάψας του νεαρού φοιτητή, που το ένα έσβηνε το άλλο άναβε τα τσιγάρα. Η ώρα ήταν περασμένες δύο μα δεν τον έπιανε ο ύπνος. Είχε αραγμένο το αδύνατο, ακόμα παιδικό, κορμί του στον καναπέ και με το ένα πόδι πάνω στο άλλο χόρευε με τα δάχτυλά του παγανιστικά τραγούδια των ημιάγριων ή ελαφρολαϊκά της εποχής της γιαγιάς του, στο μυαλό του ήταν κάπως αδιευκρίνιστο. Σ’ αυτή την μίξη κουλτούρων ρουφούσε το τσιγαράκι του και έδιωχνε σε κύκλους τον καπνό στο απέραντο σύμπαν. Σ’ αυτό του το ταξίδι η περίμετρος του δωματίου έμοιαζε άπειρη και το ταβάνι ένας ουρανός γεμάτος αστέρια.

   Ήταν δεν ήταν ένας μήνας, που ‘χε μετακομίσει για να σπουδάσει. Αν κι όλα του τα χρόνια τα πέρασε με τα πρόβατα, τις κόντρες με τα μηχανάκια πίσω από την εκκλησία και τις απανωτές απουσίες για καφεδιές στην πλατεία εν τέλει έγινε το απροσδόκητο και πέρασε και μάλιστα και σε καλή σχολή. Βοήθησαν σ’ αυτό οι χαμηλές βάσεις, η ανορεξία του να περάσει άλλο έναν χειμώνα με τους ίδιους και τους ίδιους στο χωριό κι η λαχτάρα του να μυρίσει τον αέρα της πόλης όπου όλα είναι πιθανά! Έτσι θυσία έγιναν οι γονείς και τον βόλεψαν στο εν λόγω παλατάκι.

    Γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ ένα ορεινό χωριό της Φθιώτιδας. Οι γονείς του ήταν τσοπαναραίοι αλλά διατηρούσαν κι έναν μικρό καφενέ στην πλατεία του χωριού. Η μάνα του το κράταγε μέχρι να δύσει ο ήλιος και με το που σουρούπωνε κατέφθανε ο πατέρας, μπανιαρισμένος κι αρωματισμένος, για να σερβίρει κρασί και μεζέ στους μπεγλεριτζήδες. Γύριζε τότε η μάνα στο σπίτι και με ή χωρίς κούραση έφερνε βόλτα το σπίτι και τα παιδιά, τέσσερα στο σύνολο, για να φτάσει η ώρα περασμένες δέκα να κοιτάξει και λίγο τον εαυτό της. Όχι τίποτα φοβερό μα να ξελαχανιάσει λίγο, να κάνει και κανένα μπάνιο και να δει καμιά σειρά στην τηλεόραση μέχρι ν’ αποκοιμηθεί στην καρέκλα με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στα στήθια της, λες και προσπαθούσαν μ’ αυτό τον τρόπο μια ζωή να βαστάξουν τα δισεπίλυτα του σπιτιού και τα αχ βαχ του.

   Πως ο μικρός να μην γινόταν μάγκας κι ανεξάρτητος; Αφού αυτός και τ’ άλλα τρία αδέρφια του, άλλο ένα αγόρι και δυο ακόμα κορίτσια, μεγάλωσαν στον αυτόματο. Τρώγανε και πίνανε στο καφενείο, ακούγανε τις θυμοσοφίες από μικρά και μόλις ξετσουτσουρδέψανε τ’ αγόρια καβαλήσανε τα μηχανάκια τους και μην τους είδατε. Όσο για τα κορίτσια το ένα κατέβηκε στην Λαμία σαν ξεπετάχτηκε. Βρήκε δουλειά κι αργότερα παντρεύτηκε έναν συντοπίτη της, που ‘χε ανοίξει μαγαζί με ηλεκτρικά είδη στον πεζόδρομο της πόλης. Ενώ το άλλο έμεινε στο χωριό και παντρεύτηκε με προξενιό σαν ήρθε η ώρα της κάποιον αρκετά μεγαλύτερό της στα χρόνια μα πλούσιο κι ανοιχτοχέρη. Τον μεγάλο κάποια στιγμή θέλοντας και μη τον μαντρώσανε μαζί με τα πρόβατα. Ο μικρός όμως τους την έσκασε και τελευταία στιγμή έφυγε πιο μακριά κι από τα αχ της μάνας. Μέχρι τα δόξα σοι ο Θεός πήγε κι ακόμα παραπέρα!

   Έτσι μέσα Αυγούστου βρέθηκε στο ημιυπόγειο της οδού Θυμοχάρους. Μια εβδομάδα είχε την μάνα του μαζί. Να βρουν, να βάλουν, να καθαρίσουν. Μετά του έφυγε. Λίγο μετά τον Δεκαπενταύγουστο ήταν, που ένιωσε για πρώτη φορά τι θα πει μοναξιά. Άσε, που ο αέρας εδώ ήταν αλλιώτικος. Ζέστα κι υγρασία κι αποπληξία κι αυτές οι μάσκες να πρέπει να τις φοράς παντού. Τι μάσκα να βάλει στο χωριό όταν σκαρφάλωνε τα βράχια να φτάσει μέχρι τα ζωντανά; Άπλωνε την αρίδα του κάτω από κανένα μοναχικό δεντράκι κι αγνάντευε την πλάση. Ιδέα δεν είχε τώρα από πού θα μπορούσε ν’ αγναντέψει και τι. Τον πρώτο καιρό δεν έβγαινε από το σπίτι παρά μόνο για να ψωνίσει τ’ απαραίτητα από τον ψιλικατζή και να χωθεί πάλι μέσα στο σπίτι σαν κυνηγημένος. Όμως δεν άντεξε για πολύ. Των έτρωγε το μέσα του.

   Όταν ήρθε η ώρα να κάνει την εγγραφή του στην σχολή, δεν γύρισε τρέχοντας στο σπίτι. Αποφάσισε να πάρει έναν καφέ και να πάει περπατώντας μέχρι εκεί, που θα τον κράταγαν τα πόδια του. Περπάτημα στο περπάτημα γύρισε όλο το κέντρο και τα περιφερειακά του και κάποτε πήρε να επιστρέψει. Είχε αρχίσει να νυχτώνει κιόλας και δεν ένιωθε το ίδιο μάγκας κολυμπώντας σε άγνωστα σκοτεινά νερά. Καθώς τα πόδια του έβγαζαν φούσκες έφτανε πια τον πεζόδρομο της Ηρώδου του Αττικού. Τρεις εβδομάδες έμενε στην περιοχή και δεν τον είχε περπατήσει αυτό τον δρόμο. Ίσα να φτάσει μέχρι τους πρόποδες να καμαρώσει λίγο την Ακρόπολη, να βρει κι ένα ξέφωτο να θυμηθεί τα πάτρια.

   Άρχισε να στρίβει το τσιγαράκι του όταν στο ρουθούνι του έφτασε μυρωδιά από καμένη ζάχαρη ταυτόχρονα σχεδόν με το άρωμα της κυρίας, που πέρασε από δίπλα του. Στα δεξιά του κάποιος έπαιζε μπουζούκι και λίγο πιο πάνω ένας μαριονετίστας έδινε παράσταση για τους λιγοστούς τουρίστες. Από το θέατρο ακούγονταν πνευστά και το αμέσως επόμενο λεπτό χειροκροτήματα. Ο νεαρός φοιτητής εκστασιασμένος από την ξαφνική μαγεία συνέχιζε ν’ ανεβαίνει τον πεζόδρομο, φούμαρε κι ανέβαινε. Ξαφνικά τώρα στην μύτη του ερχόταν η μυρωδιά από το χωριό. Δροσιά του φθινοπώρου σαν κρύο γάργαρο νερό από τα τελειώματα του γεροπλάτανου, μια γεύση αιώνιας ζωής στα χείλη του και μυρωδιά καμένου ξύλου. Αυτό ήταν γι’ αυτόν ο Σεπτέμβρης. Ήταν οι ξεσκέπαστες νύχτες στην ταράτσα του σπιτιού και τα τελευταία τραγούδια των τζιτζικιών. Ήταν οι φίλοι του, που τώρα σκορπίσανε, αλλά τους δένουν ακόμα τα μπάσα γέλια και τα σφυρίγματα στα κορίτσια.  Ήταν η πρώτη βροχή του χειμώνα σαν ψευδαίσθηση ενός Δεκέμβρη, που ακόμα αργούσε.

   Αυτά σκεφτόταν όταν έσκασε η πρώτη ψιχάλα στην μύτη του. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερε αν αυτό ήταν δάκρυ ή βροχή. «Βρέχει;» αναρωτήθηκε δυνατά μια φιγούρα δίπλα του. «Βρέχει μα ο Δεκέμβρης ακόμα αργεί…» απάντησε απορροφημένος από τις σκέψεις του εκείνος. «Λες για το εμβόλιο;» τον ρώτησε η κοπέλα γελώντας. Ο νεαρός γύρισε ντροπιασμένος και την κοίταξε. Είχε μαύρα μακριά μαλλιά. Είχε πράσινα μάτια. Είχε κι ένα σκουλαρίκι στην μύτη σαν αυτά, που φοράνε οι ιθαγενείς. «Όχι…» της απάντησε διστακτικά εκείνος. «Τότε;» τον ρώτησε εκείνη μ’ ένα μικρό μειδίαμα στα χείλη της. «Σαν ξεκινούσε τις πρώτες μπόρες ο Σεπτέμβρης στο χωριό μου, άραζα κάτω από το τσίγκινο υπόστεγο, έστριβα ένα τσιγαράκι και περίμενα να κυλήσει η βροχή μέχρι τα παπούτσια μου, να μου βρέξει τις κάλτσες, να παγώσει τα δάχτυλά μου, να ανατριχιάσω ολόκληρος κι έτσι αποχαιρετούσα το καλοκαίρι και περίμενα τον χειμώνα να μου μπαστακωθεί…» της απάντησε εκείνος με κρυμμένη μαγκιά πτυχιούχου μπεγλεριτζή. «Είμαι η Νεφέλη κι ανεβαίνω εδώ τέτοια ώρα κάθε βράδυ με το ποδήλατο…» του απάντησε εκείνη. «Είμαι ο Ηλίας…» της αποκρίθηκε εκείνος. «Γεια σου βρε Ηλία ποιητή…» του είπε εκείνη ενώ καβαλούσε το ποδήλατό της. «Πότε θα σε ξανά δω;» του ξέφυγε. «Ελπίζω να σε βρω την ίδια ώρα εδώ…» του φώναξε ενώ έκανε πετάλι στην κατηφόρα. 

   Η τηλεόραση δείχνει θυρίδα τηλεπώλησης. Ένα ελαφρύ αεράκι μπαίνει από την μισάνοιχτη γρίλια του παντζουριού. Οι περαστικοί έχουν από ώρα σταματήσει το σουλάτσο. Το ντουμάνι έχει καθαρίσει. Ο Δεκέμβρης αργεί. Το κορίτσι έχει πράσινα μάτια και μια τρύπα στην μύτη. Όλα τακτοποιήθηκαν. Ο νεαρός, φοιτητής πια, έχει αποκοιμηθεί. Σαν να χαμογελάει. Ποιος ξέρει τι βλέπει στον ύπνο του; Ίσως να βλέπει το χωριό του από τα βράχια, ίσως το ξάστερο ταβάνι του, ίσως την οικογένειά του, που πολύ του ‘λειψε. Μπορεί πάλι απλά να βλέπει την κοπέλα. Κανείς δεν ξέρει. Κανείς δεν ασχολείται. Από το παράθυρο εδώ και κάποια ώρα η βροχή έχει σταματήσει ν’ ακούγεται. Δεν βαριέσαι… Μπόρα ήταν και πέρασε.

 

 

Τέλος

 

 

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply

error: Content is protected !!