Τεχνες και Προσωπα

Μικρές Ιστορίες (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου) της Σοφίας Κουκουλά 14/11/2020

14 Νοεμβρίου, 2020

Μικρές Ιστορίες

                                                              (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου)

Της Σοφίας Κουκουλά

Τα Χερουβίμ

 

   Ανοιγόκλεινε τα μάτια του σαν τα βλέφαρά του να ήταν το έκτο μουσικό όργανο από την συμφωνία, που ακουγόταν από την άκρη του δωματίου. Λες κι ο ανεπαίσθητος ήχος από τα ματοτσίνορά του να τον ένωνε με την διαχρονική μελωδία του κόσμου, εκείνη, που εξυψώνει το πνεύμα του ανθρώπου στα ουράνια και τον φέρνει μπροστά στα πετούμενα Χερουβίμ, ανίδεο μέχρι λίγο πριν για την ανυπέρβλητη ομορφιά του παραδείσου, πλέον σίγουρο ότι η ψυχή είναι αιώνια, ταξιδιάρα κι απαιτητική. Έτσι όπως καθόταν ανάσκελα στο κρεβάτι του και κοίταζε με μια σχετική αδιαφορία το ταβάνι του δωματίου διαπίστωνε ότι η λευκή επιφάνειά του έκρυβε εδώ κι εκεί βαθουλώματα και χαρακιές. Ξαφνικά θυμήθηκε κάποιον κύριο, που ποτέ δεν γνώρισε ποτέ από κοντά αλλά πετύχαινε συχνά πυκνά στα πιο απίθανα μέρη, ο οποίος είχε ακριβώς το ίδιο δέρμα μ’ αυτό το ταβάνι. Μια πληροφορία, που δεν ήταν χρήσιμη για την ώρα αλλά τον οδήγησε σε κάποια ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την προηγούμενη δεκαετία της ζωής του. Τότε ταξίδευε πολύ, δούλευε σε μια δουλειά, που δεν του άρεσε ιδιαίτερα και δεν είχε γνωρίσει ακόμα τους άλλους δύο συνοδοιπόρους του παρόλο, που εκείνοι τον συντρόφευαν από τα νεανικά του κιόλας χρόνια. 

   Ποιοι ήταν αλήθεια αυτοί οι δύο συνοδοιπόροι του; Εκ πρώτης όψεως οι τρεις άντρες, που πάντα πήγαιναν παντού μαζί, έμοιαζαν σαν τρίδυμοι μεγαλωμένοι στον ίδιο αμνιακό σάκο. Τόσο ίδιοι ήταν. Αν όμως περνούσες κάποια ώρα μαζί τους θα διαπίστωνες κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες διαφορές. Καταρχάς σε σχέση με τον ξαπλωμένο αιθεροβάμονα διέφεραν σαφώς οι άλλοι δύο ως προς το μέγεθος. Ο ένας εκ δεξιών κι άλλος εξ αριστερών καθισμένοι και βολεμένοι στους ώμους του ογκώδους, άλλοτε νέου και νυν ώριμου, άντρα, είχαν σταυρωμένα τα πόδια τους κουνώντας τα πέρα δώθε χτυπώντας κατά βούληση το κόκκαλο του στέρνου του, που προεξείχε. Στην αρχή ήταν τόσο μικροσκοπικοί, που ο άντρας πολλές φορές τους έχανε, τους ξεχνούσε ή άλλοτε πάλι όταν δεν ήθελε να τους βλέπει τους έθαβε στο βάθος του υποσυνειδήτου του. Ωστόσο όσο και να προσπαθούσε από καιρού εις καιρόν να τους ξεφορτωθεί δεν μπορούσε. Όσο περνούσε ο χρόνος από πάνω τους εκείνοι δυνάμωναν αντί να καμπουριάζουν και να γερνούν. Πολλές φορές το βάρος τους διπλασιαζόταν μέσα σε μόλις μια εβδομάδα κι έτσι οι γερές, ακόμα, πλάτες του άντρα βάραιναν ενώ κάποιες άλλες σχεδόν τον έκαναν να λυγίζει. Έτσι δεν ήταν λίγες οι φορές, που περπατούσε σκυφτός από το βάρος, έτρωγε ανόρεχτα ή δεν μπορούσε να βολευτεί στο κρεβάτι του κι όλη τη νύχτα στριφογύριζε μπερδεύοντας τα πόδια του με τα σκεπάσματα προκειμένου να βρει μια πιο ανεκτή θέση και για τους τρεις τους ώστε να καταφέρουν να κοιμηθούν έστω για λίγες ώρες συνεχόμενα χωρίς άπνοιες, ξαφνικά ξυπνήματα κι ιδρώτα. Άλλη ειδοποιός διαφορά μεταξύ των τριών αντρών ήταν η διαφορά του χαρακτήρα τους, που αποτυπωνόταν σαφώς και στο πρόσωπό τους προκαλώντας σύγχυση σε όποιον προσπαθούσε να τους αποκωδικοποιήσει. Μεγαλύτερη σύγχυση πάθαιναν οι καθρέφτες, οι τζαμαρίες κι οι πολύ κοντινές επαφές των τριών τους. Ο ένας ήταν χαρούμενος, ευχάριστος στις συναναστροφές του, επικοινωνιακός, επιτυχημένος στην δουλειά του, αρρενωπός κι αρεστός στο γυναικείο φύλο, κάποιες φορές ίσως λίγο επικριτικός αλλά πάντα με την απαραίτητη δόση μιας φυσικής ελαφράδας, που διέθετε και κάλυπτε την δεσποτική του διάθεση, διάχυτη αλλά χρήσιμη στις διαπροσωπικές του σχέσεις ενώ ήταν κι ιδιαίτερα ερωτικός κυρίως όταν επιδίωκε να κερδίσει την εύνοια του συνομιλητή του. Αυτός ο τύπος καθόταν εκ δεξιών του άντρα κι ήταν εκείνος, που πια είχε μεγαλώσει τόσο πολύ σε μέγεθος, που σχεδόν κάλυπτε όλη την δεξιά πλευρά του, λίγο από τ’ αριστερό του φρύδι ενώ τα πόδια του έφταναν μέχρι τα γεννητικά του όργανα και τον παρουσίαζαν σχεδόν σαν ευνούχο. Ο άλλος καθόταν εξ αριστερών κι ήταν εύπλαστος σαν μοντέλο επιμήκυνσης στο κρεβάτι του Προκρούστη. Ήταν φορές, που θέριευε και τα χέρια του έφταναν μέχρι το ταβάνι. Τόσο μεγάλος γινόταν, μεγαλειώδης. Ήταν όλες εκείνες οι φορές, που ένιωθε δυνατός, ικανός, ατρόμητος. Τα μέσα του είχαν μια τέτοια γενναιότητα, που ήταν ζεστά σαν τυρόπιτα μόλις βγαλμένη από τον ξυλόφουρνο. Έβραζε δεν σιγόκαιε. Όλες εκείνες τις φορές μπορούσε να πηδήξει σε δυνατό ρεύμα για να σώσει κάποιον, που πνιγόταν, μπορούσε να διεκδικήσει τα πρωτεία και να τα πάρει, μπορούσε να τολμήσει ότι είχε φοβηθεί όλο τον προηγούμενο καιρό να κάνει και να το γευτεί μέχρι το μεδούλι του μέχρι να χορτάσει κι ικανοποιημένος να πέσει καταγής και να νιώσει πλήρης. Ήταν όμως κι άλλες, που γινόταν μικρός τόσος δα. Στην μικροσκοπική καρδούλα του τότε βασίλευε η μελαγχολία, ο θυμός κι ο φόβος. Τότε η ανάσα του κοβόταν θανάσιμα. Ένιωθε ταχυπαλμία. Τα χέρια του ίδρωναν. Όλες εκείνες τις φορές συνήθως ντρεπόταν για τον εαυτό του, γι’ αυτό και φρόντιζε να τον κρύβει από τους άλλους, πράγμα καθόλου δύσκολο αφού το μικρό μέγεθός του εξυπηρετούσε για κάτι τέτοιο. Ωστόσο οι δύο αυτοί μυστηριώδεις άντρες ήταν τόσο παρόντες στην ζωή του τρίτου με μια παρουσία τόσο έντονη και χειμαρρώδη, που ενώ στην αρχή ήταν οι μικροσκοπικοί συνοδοιπόροι του στην συνέχεια του επιβλήθηκαν, τον κατέκλυσαν ώσπου τον κυρίευσαν και τον έκαναν υποτακτικό τους. Ένας έκπτωτος πρίγκιπας έγινε ο δύστυχος. Μια θολή εικόνα, που περπατούσε στους άδειους δρόμους. Ένας κόκκος άμμου ανάμεσα σε τόσους άλλους, που χόρευε κατά τα κέφια του αέρα μαζί με τ’ αερικά σκουπίδια των υπολοίπων, ελαφριά αρκετά για να καταφέρουν να το σκάσουν από τους βρωμερούς κάδους τους.

    Μπερδεμένος τώρα καθόταν ανακούρκουδα στο κρεβάτι του και προσπαθούσε να διακρίνει ανάμεσα σ’ αναπάντητες κλήσεις, τρύπιες κάλτσες και ψυχαναγκασμούς του κιλού κάτι από τον άλλοτε κυρίαρχο άντρα και νυν ηττημένο από τους άλλους δύο. Η μουσική ημέρευε το μέσα του και τον έφερνε σε μια κάποια ανακωχή με τον εξ αριστερών, που απολαμβάνοντας με την ίδια θέρμη τις μελωδίες κι εκείνος γινόταν ο βασιλιάς, που γενναιόδωρα απελευθερώνει από τα δεσμά του τον αλυσοδεμένο μάρτυρα και δεν τον αποκεφαλίζει. Από την άλλη ο εκ δεξιών, αν και δεν έμενε ασυγκίνητος από την μουσική, τους είχε κάνει αρκετό χώρο όχι μόνο στο κρεβάτι αλλά και σ’ ολόκληρο το δωμάτιο, με την παρουσία του να στέκει διακριτικά στην μπαλκονόπορτα και να κοιτάει απ’ έξω τους περαστικούς, νιώθοντας μια μικρή αγανάκτηση, που προέκυπτε από την μοιραία σύγκρισή του μαζί τους αλλά συγκρατώντας την και διοχετεύοντας την ίσως για πρώτη φορά μέσα σ’ ένα βαρύ δάκρυ σαν κοτρώνα.

   Αυτή η δεύτερη καραντίνα βρήκε τον ογκώδη άντρα άφραγκο. Δεν ήταν ο μόνος. Ωστόσο για πρώτη φορά βρισκόταν μόνος. Είχε εστιάσει τόσο πολύ στα επαγγελματικά του, που δεν του φτούρησε καμία σχέση ή σχεσούλα το τελευταίο εξάμηνο. Άλλωστε προαισθανόταν την απόλυσή του κι είχε ρίξει όλο του βάρος στην δουλειά του, προκειμένου ν’ αποδείξει ότι είναι άκρως απαραίτητος ακόμα και στην επερχόμενη περίοδο ύφεσης, που θ’ ακολουθούσε, αφού η πανδημία είχε επηρεάσει μαζί με πολλούς κλάδους και τον δικό του. Ωστόσο δεν συναίνεσαν οι ανώτεροί του κι έτσι λίγο πριν σκάσει το δεύτερο κύμα της πανδημίας στην χώρα του βρέθηκε να ‘ναι ένας ακόμα άνεργος στην λίστα των πολλών. Πέρασε κάποιες εβδομάδες αγκαλιά με διάφορα φαγώσιμα σκατολοΐδια, βλέποντας τηλεόραση νυχθημερόν, κουκουλώνοντας αυτόν και τους δυο συνοδοιπόρους του κάτω από την ασφαλή του κουβέρτα. Μέχρι, που βαρέθηκε αυτή την σύμβαση. Ο εξ αριστερών, σε μια παροδική κρίση, όπως φάνηκε, αισιοδοξίας, τον βεβαίωνε για την θετική εξέλιξη των πραγμάτων κι ο εκ δεξιών έπαιρνε τηλέφωνα γνωστούς, φίλους και πρώην συνεργάτες προς ανίχνευση καινούργιας θέσης εργασίας. Όταν πια άρχισε να διαψεύδεται από την πραγματικότητα την θέση της αισιοδοξίας πήρε ο ρεαλισμός κι όχι η απαισιοδοξία, όπως πολλοί θα νόμιζαν.

   Κλείνοντας το τηλέφωνο, ο άντρας, έμεινε στο κέντρο του και για πρώτη φορά δεν μπάταρε ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Έβαλε την αγαπημένη του μουσική στον υπολογιστή να παίζει σιγανά, ξάπλωσε στο κρεβάτι του και ξεκόλλησε από τους ώμους του τους δυο συνοδοιπόρους του. Τον έναν τον παρακάλεσε να ξαπλώσει δίπλα του και να του πιάσει το χέρι όσο θα ονειρεύονται ακούγοντας την θεσπέσια μουσική να κάνουν τον γύρο του κόσμου σ’ ένα λεπτό ενώ τον άλλον τον προέτρεψε να κοιτάει που και που από την μπαλκονόπορτα τους περαστικούς και να του δίνει ραπόρτο. Ξεκολλώντας από πάνω του τους δυο πρώην δυνάστες του άρχισε να καταλαβαίνει ότι μέσα στην απόλυτη μοναξιά, που βίωνε, ήταν για πρώτη φορά περισσότερο παρόν στην ζωή του από ποτέ. Ο ογκώδης άντρας έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό καθώς κοίταζε το λευκό ταβάνι με τα βαθουλώματα και τις χαρακιές. Ξαφνικά ένιωσε να γίνεται κι αυτός λευκός. Χαρούμενος, που δεν ήταν πια θολός αλλά είχε το χρώμα, που ΄χουν τα φτερά των αγγέλων, οι χαρταετοί των παιδιών κι οι σκέψεις των σκύλων γύρισε το κεφάλι στα πλάγια. Καθώς είχε καταφέρει επιτέλους να διαχωριστεί από τους δύο συνοδοιπόρους του, κρατώντας τους όμως σε κοντινή απόσταση από τον ίδιο, ικανή για να τον ακούσουν και να τους ακούσει αν χρειαστεί, ήταν πια έτοιμος να κοιμηθεί για πρώτη φορά ήσυχος. Καθώς νύχτωνε οι περαστικοί πλάταιναν το βήμα τους να φτάσουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στον προορισμό τους, πάντα περπατώντας τρεις τρεις. Οι μάσκες είχαν την πρωτοκαθεδρία τους. Ο καιρός πάγωνε σιγά σιγά. Ο αέρας έκανε τα δικά του. Η γη συνέχιζε να γυρίζει.

 

 

Τέλος

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply

error: Content is protected !!