Παιδι Τεχνες και Προσωπα

Μικρές Ιστορίες (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου) της Σοφίας Κουκουλά 7/11/2020

7 Νοεμβρίου, 2020

Μικρές Ιστορίες

                                                              (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου)

Της Σοφίας Κουκουλά

Το χρονικό ενός διαγαλαξιακού ειδυλλίου

 

   Τα δυο παιδιά χάνονταν μέσα στο πλήθος. Στην αρχή ήταν τα λεπτά δάχτυλά τους, που ξεκόλλησαν το ένα από το άλλο. Στην συνέχεια ήταν οι φωνούλες τους, που ούρλιαζαν στους γονείς τους για λίγη κατανόηση όμως ματαίως. Μέχρι, που οι φωνές αποδυναμώθηκαν ή μπλέχτηκαν μαζί με τα βιαστικά ποδοπατήματα των μεγάλων, που τ’ άφησαν όλα την τελευταία στιγμή, τους ήχους από τις γυαλιστερές τσάντες, που τριβόντουσαν στις κυλιόμενες σκάλες και τις φωνές άλλων επίμονων μικρών απαιτητικών. Τελευταία αποχωριστήκαν τα βλέμματά τους. Κουνούσαν το κεφάλι τους πέρα δώθε, κουτουλούσαν όποιο εμπόδιο βρισκόταν μπροστά τους, τέντωναν το κεφάλια τους ώσπου να φτάσουν στο έναστρο ταβάνι για να μπορέσουν έτσι να πιάσουν το πρώτο μεγάλο αστέρι, την μόνη ελπίδα τους για να μπορέσουν να ταξιδέψουν το ένα στον γαλαξία του άλλου και να σμίξουν και πάλι.

   Πρίγκιπας ο ένας ενός μακρινού πλανήτη, στον οποίο δεν υπήρχε βασιλιάς. Η μαμά του ήταν η βασίλισσα κι υπήκοοί της τα δεκάδες πλαστικά στρατιωτάκια, που κάθε απόγευμα έβγαιναν από τις τρεις σιδερένιες κατακόμβες και ρίχνονταν στην μάχη για να σωθεί το βασίλειο κι όλα τα χρυσαφικά, που έκρυβε η μαμά βασίλισσα στο κουτί με το ρύζι. Τα εμπόδια ήταν πολλά. Ο καναπές κρεβάτι, που έπρεπε ν’ αναρριχηθεί με προσοχή, οι νάρκες στο πάτωμα σε κάθε δεύτερο πλακάκι και φυσικά το λευκό ποτάμι, που ‘χε γεύση όμοια με το γάλα, που τον πίεζε η μαμά βασίλισσα να πιει πριν πάει σχολείο. Μόνο, που αυτή την φορά δεν είχε αυτή την αηδιαστική πέτσα πάνω του, αλλά έτσι όπως ήταν χυμένο στο πάτωμα, είχε ανακατευτεί με τις τρίχες του βασιλικού σκύλου, πιστού ακολούθου του στις πολεμικές του εξορμήσεις και με την σκόνη, που ‘φερνε ο βοριάς στα μέρη του κάθε πρωί, που άνοιγε η βασίλισσα την μπαλκονόπορτα για ν’ αερίσει. Μοναδική παραφωνία και κυριότερη αιτία να τον επιπλήξει η βασίλισσα ήταν η αδυναμία του ίδιου ν’ αφήνει σημάδια της παρουσίας του στο πέρασμά του. Καθώς η βάρκα κουβάς διέσχιζε το ορμητικό λευκό ποτάμι άφηνε ανεξίτηλα τα σημάδια της στο ξύλινο δάπεδο κι αυτό δεν άρεσε καθόλου στην μαμά. Η αυτοθυσία του όμως, έκδηλη σε κάθε πόλεμο για χάρη της βασίλισσας, τον έκανε να την βγάζει καθαρή μόνο με κανένα ψευτομάζεμα του χάους, που είχε προκληθεί μετά τη νίκη του. Η δυστυχία του όλη όμως κρυβόταν στην απόλυτη τιμωρία του από την μεριά της βασίλισσας, που ήταν ανένδοτη σ’ αυτό. Η διαδικασία του μπάνιου ήταν μια επώδυνη και τραυματική εμπειρία ακόμα και στον πλανήτη του. Ευτυχώς δεν ήταν μόνος του σ’ αυτή. Μαζί μ’ εκείνον έπρεπε να πλυθούν κι όλοι οι στρατιώτες του, τουλάχιστον όσοι είχαν πάνω τους γάλα και τρίχες βασιλικού σκύλου, οπότε έμπαιναν κι αυτοί μέσα στο ορθογώνιο και παγωμένο βαρέλι, καμία σχέση με τα βαρέλια άλλων βασιλείων, με τις φούσκες να καίνε και τα δικά τους μάτια κι όχι μόνο τα δικά του. Φυσικά όπως κάθε πόλεμος έχει τις απώλειές του έτσι και στον δικό του πόλεμο έχανε κατά καιρούς κάποιους από τους πιστούς συντρόφους του. Κάποιοι πετάγονταν από το μπαλκόνι κι έβρισκαν φρικτό θάνατο από τις ρόδες καμιάς νταλίκας. Κάποιοι άλλοι δεν άντεχαν το μαρτύριο του μπάνιου, πολλοί απ’ αυτούς δεν γνώριζαν και καλά καλά κολύμπι, παρασύρονταν στις υδρορροές του παλατιού και χάνονταν για πάντα στην απέραντη θάλασσα. Ενώ τέλος κάποιοι άλλοι, λίγοι εξ αυτών, λιποτάκτες και δειλοί, χώνονταν στις πιο κρυφές γωνιές του σαλονιού κι ανακαλύπτονταν από την βασίλισσα μετά από κάθε εξάμηνη εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων του βασιλείου. Συνήθως μ’ εκείνους ήταν επιεικής και τους έδινε μια δεύτερη ευκαιρία. Ο μικρός όμως δεν τους χαρίζονταν κι ήταν πάντα αυτοί, που πετάγονταν από το μπαλκόνι. Κάτι μεταξύ ευθανασίας κι ηρωικής εξόδου από το παιχνίδι.

   Εξουθενωμένος από τους πολέμους, τα μαζέματα και τα μπάνια ο μικρός πρίγκιπας αυτού του βασιλείου αποκοιμιόταν, σχεδόν πάντα, στην αγκαλιά της μονάκριβης βασίλισσάς του κι ήταν η μεγαλύτερη ικανοποίησή του αυτή, πιο μεγάλη κι από την ικανοποίηση, που του είχε δώσει η κάθε νίκη, που είχε προηγηθεί. Το πρωί τον έβρισκε με το ένα πόδι έξω από την κουβέρτα, με σηκωμένο το ένα μπατζάκι σαν ένδειξη διαμαρτυρίας και με τα μαλλιά του ανένταχτα στον χρόνο, που τον έφερνε όλο και πιο κοντά στην ενηλικίωση. Ωστόσο ακόμα διατηρούσε την σωτήρια άγνοιά του κι είχε πολλά ακόμα χρόνια μπροστά του μέχρι να χάσει το μεγαλύτερο πόλεμο του ανθρώπου, αυτόν στον οποίο δεν έχει καταφέρει να νικήσει ποτέ κανείς. Ακόμα και τότε όμως θα διατηρούσε τα τείχη αυτού του βασιλείου στην θέση τους. Μέσα τους θα βασίλευε για πάντα η βασίλισσα μαμά του, οδηγός του για τα μακρινά του ταξίδια και σημείο επαναφοράς κάθε φορά, που έχανε τον δρόμο του.

   Εκείνη ήταν πριγκίπισσα ενός άλλου βασιλείου ενός άλλου πλανήτη ενός ακόμα πιο μακρινού γαλαξία. Ήταν υπέροχη! Ξανθιά, λεπτή, όλη ένα παχύ στρώμα από τριαντάφυλλο, χρυσόσκονη κι άσπρο τούλινο πανί, που κρέμεται πάνω από τις ωραίες κοιμωμένες και τις προφυλάσσει από κάθε τι κακό. Ήταν ένα αερικό. Μια αιώνια εικόνα κεντημένη σε πινακάκι, που το κρεμούν οι γιαγιάδες πάνω από τζάκι για να θυμούνται τα νιάτα τους κάθε φορά, που το κοιτούν και να τους ζεσταίνει η θύμηση της παιδικής τους ηλικίας πιότερο από την θράκα. Κρυστάλλινη, απόκοσμη, μια οπτασία, που όσο και να ‘θελε να την πλησιάσει κανείς ήξερε πως πάντα κάτι θ’ άφηνε ανέγγιχτο. ‘Όχι, δεν ήταν η παγωμένη της καρδιά, που δεν μπορούσε ν’ αγγίζει. Ίσα ίσα, που η καρδιά της ήταν πιο ζεστή κι από πύρινο ηφαίστειο. Ήταν η τελειότητά της, που δεν άφηνε κανέναν να την αγγίξει. Ο βασιλιάς πατέρας της κι η βασίλισσα μαμά της είχαν φροντίσει άλλωστε πρώτον να μην της λείψει τίποτα κι έτσι να μην χρειαστεί να κουραστεί ποτέ για ν’ αποκτήσει δεδουλευμένα, βραβεία ή έστω την ικανοποίηση της νίκης ενός πολέμου, που θα είχε ηγηθεί εκείνη σαν αρχηγός των στρατιωτών και δεύτερον το συγκεκριμένο βασιλικό ζεύγος είχε τοποθετήσει το πριγκιπικό δωμάτιο μακριά από τα υπόλοιπα δωμάτια, στην κορυφή του πύργου, για να μπορούν να βλέπουν όλοι την πριγκίπισσα αλλά να μην την αγγίζουν. Έτσι παρ’ όλη την φαινομενική ευτυχία ενός ζαχαρομεγαλωμένου παιδιού η ξανθιά αιθέρια ύπαρξη, που κρυβόταν κάτω από τους τόνους ακριβού υφάσματος, ήταν μόνη της και λυπημένη.

   Έτυχε αυτά τα δυο παιδιά να συναντηθούν όταν σε κάποιο από τα διαγαλαξιακά ταξίδια των γονιών τους συνέπεσαν τα διαστημόπλοιά τους να προσγειωθούν στο ίδιο μέρος την ίδια ώρα. Άλλωστε το εμπορικό κέντρο της πόλης και δη αυτή την εποχή ήταν κάτι σαν κέντρο αερομεταφορών, συνεπώς δεν ήταν παράξενη η συνύπαρξη πολλών εξωγήινων πλασμάτων από τα πέρατα των γαλαξιών. Αυτό, που ήταν όμως θαυμαστό κι ίσως λίγο μεγαλειώδες ήταν το δευτερόλεπτο της συνειδητοποίησης της ύπαρξης στον χώρο του ενός από τον άλλο. Κανένας κομήτης δεν θα συγκρουόταν με τόση φόρα στην γη ούτε θα προκαλούσε μεγαλύτερη τρύπα στο έδαφος, από την τρύπα, που άνοιξε στην καρδιά του μικρού πρίγκιπα το χαμόγελο, που του ‘σκασε η πριγκίπισσα. Αυτή ήταν η πρώτη ήττα για τον μικρό θαρραλέο, που εκείνο ακριβώς το δευτερόλεπτο έχανε για πρώτη φορά ταυτόχρονα την ψυχή και το μυαλό του. Ένα δευτερόλεπτο ήταν. Μόνο ένα δευτερόλεπτο ήταν. Τα δυο παιδιά στριμώχτηκαν από τον κόσμο κι ακουμπήθηκαν κατά λάθος με τα μπράτσα τους. Έπειτα κοιτάχτηκαν. Αγαπήθηκαν όπως αγαπάμε μόνο τις πρώτες φορές στην ζωή μας. Για ένα μόνο δευτερόλεπτο έγιναν αιώνια αστέρια, πιο φωτεινά από εκείνα, που είχα κρεμάσει στο ταβάνι οι διακοσμητές. Έπειτα πάλι χάθηκαν για πάντα. Τα λαμπάκια τριγύρω αναβόσβηναν σαν προάγγελος ενός θαύματος, που θα διαδεχόταν ένα προηγούμενο θαύμα. Η ζωή συνεχιζόταν κανονικά. Οι εξωγήινοι σε λίγο θα επέστρεφαν μ’ ένα σάλτο στους γαλαξίες τους ικανοποιημένοι, που ακόμα μια φορά πρόλαβαν να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα.

 

 

Τέλος

 

 

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply

error: Content is protected !!