Παιδι Τεχνες και Προσωπα

Μικρές Ιστορίες (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου) της Σοφίας Κουκουλά 24/10/2020

24 Οκτωβρίου, 2020

Μικρές Ιστορίες

                                                              (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου)

Της Σοφίας Κουκουλά

Η ιστορία ενός σκύλου, που ‘χε στο δεξί του πόδι μια πληγή

 

    Ο σκύλος, που όλοι θα θέλανε να ‘χουνε κατοικίδιο, άκουγε στο όνομα Αχιλλέας. Ωστόσο αν υποθέσουμε ότι κάθε παιδί επιλέγει, σε κάποιο άλλο μεταφυσικό επίπεδο, ποιοι θέλει να ‘ναι οι γονείς του έτσι συμπερασματικά και κάθε κατοικίδιο επιλέγει ποιοι θέλει να ‘ναι τα παντοτινά αφεντικά του. Έτσι κι ο Αχιλλέας όρισε την μοίρα του και μπήκε σ’ αυτό το σπίτι με δόξα και τιμή! Ακαριαία σχεδόν άπλωσε την λευκή αρίδα του στο χνουδωτό χαλάκι του μπάνιου και με μια ανένδοτη στάση δήλωσε από την αρχή πως κανένα πλαστικό σπιτάκι δεν είναι αρκετά άνετο για τον κοκκαλιάρικο απ’ αυτό του. Έτσι οι ιδιοκτήτες αυτού του σπιτιού χρειάζονταν, κάθε φορά, που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν την τουαλέτα να πηδάνε πάνω από τον σκύλο τους, ο οποίος άλλες φορές τους αγριοκοίταζε, γιατί του χαλούσαν την ιερή ραστώνη του ή κάποιες άλλες τους καλόπιανε, γιατί τον ξυπνούσαν από κάποιον αγώνα δρόμου μεταξύ μπριζόλας και ψίχας κοτόπουλου, οπότε περίμενε να λάβει από τα χέρια τους το βραβείο του.

   Είναι ασφαλέστερο να πάρουμε τα πράματα από την αρχή. Πως βρήκε ο Αχιλλέας μέσα σε τόσα δισεκατομμύρια κόσμο ποιοι ήθελε να ‘ναι τα παντοτινά αφεντικά του; Μέχρι στιγμής οι περιγραφές του συγκεκριμένου κατοικίδιου δεν ταιριάζουν μ’ ένα ασταμάτητο λαγωνικό, που παραμένει έτοιμο να ξεχυθεί στους δέκα ορίζοντες με το πρώτο σφύριγμα. Η αλήθεια είναι πως ο Αχιλλέας ήταν ένα τυχερό, μέσα στην ατυχία του, σκυλί. Η μαμά του, που άκουγε στο όνομα Τσιρρρρ Πρρρρ, μεγάλωσε ανάμεσα σε κασόνια με σταφύλια και παρκαρισμένα φορτηγά, δεμένη σε μια αυτοσχέδια κολώνα, που συγκρατούσε μια αυτοσχέδια σκεπή. Μα με κρύα μα με ζέστη πολύ σπάνια έφευγε από εκεί. Το σκοινί της όμως ήταν αρκετά μακρύ κι έριχνε τις βόλτες της στον κήπο του σπιτιού. Συνήθως συνομιλούσε με τις κάμπιες, που άραζαν πάνω στα λάχανα, με τις μύγες, που κάθονταν πάνω στην σταφίδα ή με τις γάτες, που γυρόφερναν τα παντοτινά αφεντικά της μπας και τσιμπήσουν κανέναν μεζέ. Δεν ξέρουμε για ποιο λόγο η Τσιρρρ Πρρρρ επέλεξε να ‘χει αυτή την παντοτινή ζωή, γιατί δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ευχάριστη κι ενδιαφέρουσα, ωστόσο αυτή ήταν. Υποθέτουμε ότι είχε χαμηλή αυτοεκτίμηση και πίστευε ότι μια τέτοια ζωή της άξιζε καθώς και τέτοια παντοτινά αφεντικά, τα οποία ούτε λίγο ούτε πολύ την είχαν αφήσει στο έλεος ενός πιάτου φαγητού, που της έδιναν, για να μπορεί αυτή έπειτα να ‘χει δυνάμεις και να τους προφυλάσσει, όταν χρειαστεί, από τα τσακάλια και τις αλεπούδες. Κατά τ’ άλλα ζούσε μια ανέραστη και μοναχική ζωή μακριά από οποιαδήποτε πιθανότητα ζευγαρώματος ή έστω φιλικής συνεύρεσης με όμοιό της. Στωικά μετρούσε τον χρόνο, που περνούσε από μπροστά της κι ακανόνιστα στις νυχτερινές αποστασίες της του έριχνε κανένα γαύγισμα για να τον τρομάξει, συνήθως όταν περνούσε μπροστά από το διώροφο σπίτι κανένα αυτοκίνητο.

   Ένα βράδυ, που ‘βρεχε, όμως η Τσιρρρρ Πρρρρ κινδύνεψε φοβερά κι αν δεν βρισκόταν εκεί γύρω ο Ξουτ, δεν θα είχε σωθεί από του χάρου τα δόντια. Τρία τσακάλια κατέβηκαν από το βουνό εκείνο το βράδυ κι επιτέθηκαν στο κοτέτσι. Η Τσιρρρρ Πρρρρ άρχισε ν’ αλυχτάει. Γρυλίζοντας πλησίασε τους κλέφτες όμως εκείνοι ήταν τρεις, πεινασμένοι και λυτοί. Μια μάχη σώμα με σώμα ξεκίνησε. Αίματα και σάρκες παντού και τότε, λίγο πριν αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο η Τσιρρρρ Πρρρρ, εμφανίστηκε ο Ξουτ, ακόμα πιο πεινασμένος για αίμα, ακόμα πιο αποφασισμένος ν’ αποδώσει δικαιοσύνη, ακόμα πιο ηρωικός και γεμάτος πίστη για τον εαυτό του. Τους απέκρουσε σε δευτερόλεπτα και καθώς ήταν ογκώδης και βαρύς δεν τους άφησε περιθώρια για αντεπίθεση. Τα τσακάλια το ‘βαλαν στα πόδια. Εν αντιθέσει με το άγριο παρουσιαστικό του, ο Ξουτ κάτω από το παχύ και λιπώδες δέρμα του, έκρυβε μια υπέροχη καρδιά. Στην θέα της αιμόφυρτης Τσιρρρρ Πρρρρ τα ‘χασε. Διστακτικά την πλησίασε και με την γλώσσα του άρχισε να τις γλείφει τις πληγές. Η Τσιρρρρ Πρρρρ πεσμένη κάτω δεν αντιδρούσε. Δευτερόλεπτα αργότερα ξεπρόβαλλαν από την καγκελόπορτα οι γάτες, οι φίλες της Τσιρρρρ Πρρρρ, που πλησιάζοντας τα δύο σκυλιά, συνέβαλλαν στην προσπάθεια του Ξουτ, για ανάνηψη κι επαναφορά στην ζωή του αιμόφυρτου ζώου. Η Τσιρρρρ Πρρρρ ξύπνησε νομίζοντας ότι βρίσκεται σε χέρια αγγέλων, που την έπλεναν με θεϊκό νερό, πριν εμφανιστεί μπροστά στον Άγιο Πέτρο, για να την βάλει καθαρούλα κι απολυμασμένη στον παράδεισο. Δεν τίθεται θέμα ξεσκαρταρίσματος παραδείσου ή κολάσεως σ’ αυτή την περίπτωση! Αφού όλα τα σκυλιά μπαίνουν απευθείας στον παράδεισο! Από πάνω της όμως έστεκαν δεκαοχτώ ζευγάρια μάτια, που την περιεργάζονταν με θαυμασμό κι αγωνία. Από αυτά τα ζευγάρια μάτια ξεχώρισε του Ξουτ, που δεν χρειάστηκε και πολύ για να καταλάβει ότι ήταν ο διασώστης της. Έκανε να σηκωθεί και τότε συνειδητοποίησε κάτι θαυμαστό. Δεν ήταν πια δεμένη! Χαρούμενη αλλά εμφανώς εξαντλημένη έκανε την βόλτα της και στην συνέχεια γύρισε να ευχαριστήσει τους φίλους της. Όμως είχε απομείνει να την περιμένει ο Ξουτ. Μπάσταρδος και κακορίζικος, δεν είχε βρει ποτέ του παντοτινά αφεντικά, οπότε δεν είχε που να πάει. Έτσι την περίμενε γεμάτος ανυπομονησία, αγάπη κι άδολο θαυμασμό για τα κάλλη της, που ‘χε προλάβει να προσέξει. Τα δυο σκυλιά εκείνο το βράδυ βρήκαν παρηγοριά το ένα στην αγκαλιά του άλλου.

   Η μοίρα όμως των σκυλιών είναι να μένουν πιστά. Έτσι η Τσιρρρρ Πρρρρ πριν ακόμα ξημερώσει γύρισε στην αυτοσχέδια κολώνα της κι ο Ξουτ στα ξέφραγα αμπέλια του. Εκείνο το πρωί η Τσιρρρρ Πρρρρ δέχτηκε ένα ξέχειλο πιάτο φακές ως ευχαριστήρια της αφοσίωσής της στα παντοτινά αφεντικά της και στις κότες τους κι όλοι ήταν ευτυχείς. Η Τσιρρρρ Πρρρρ δέθηκε πάλι στην μεριά της κι η ζωή συνεχίστηκε με τους ίδιους ρυθμούς. Μετά από δύο μήνες όμως όλα άλλαξαν. Ένα πρωί η Τσιρρρρ Πρρρρ σφαδάζοντας από τους πόνους έφερε στον κόσμο δεκατέσσερα μικρά κουταβάκια, δεκατρία μαύρα κι ένα λευκό! Στην θέα του αποτρόπαιου γεγονότος το αρσενικό από τα παντοτινά αφεντικά της, αφού την ξυλοφόρτωσε για την αναίδεια της ν’ αφήσει να την καβαλικέψουν ποιος ξέρει πόσα αδέσποτα μπάσταρδα κωλόσκυλα, βούτηξε τα μικρά και τα παράχωσε σ’ ένα τσουβάλι. Έπειτα πήρε τα πόδια του και κίνησε κατά το βουνό. Σκοπός του ήταν να θάψει το τσουβάλι κάτω από την γεροβελανιδιά όμως για καλή τους τύχη πάνω στην φούρια του ξέχασε να πάρει μαζί του την αξίνα. Δεν είχε και πολύ χρόνο για ν’ αρχίσει να σκάβει με τα χέρια του. Τους έδωσε μια στο αέρα και τα ξαπόστειλε από εκεί, που ‘ρθαν. Ήσυχος γύρισε στο κτήμα του για να βρει την Τσιρρρρ Πρρρρ ψόφια πάνω από τ’ απόνερα της γέννας των ξεχωριστών απαχθέντων παιδιών της.

    Καθώς το τσουβάλι δεν είχε δεθεί καλά αλλά πρόχειρα, ένα ένα τα κουτάβια άρχισαν να ξεπροβάλλουν στο φως του ήλιου. Πρώτο και καλύτερο ξεμπούκαρε το λευκό. Μετά τ’ άλλο και το επόμενο ενώ κάποια δεν τα κατάφεραν και μείνανε μέσα στο τσουβάλι, πιστό αντίγραφο της κοιλιάς της μάνας τους, υγρά ακόμα και ανέγγιχτα από τον επίγειο χρόνο και με την αιώνια προστασία της μάνας φύσης, που παίρνει κοντά της όταν πρέπει τα παιδιά της κοιμήθηκαν για πάντα εκεί, ζεστά κι ασφαλή. Τα κουτάβια, που έμειναν ζωντανά, πολύ γρήγορα διασκορπιστήκανε. Κάποια έγιναν βορά στην λύσσα των τσακαλιών. Ένα βρήκε τον Ξουτ, που τον έκανε ίδιο με τα μούτρα του χωρίς να μάθει ποτέ ότι είναι γιος του και μετά από λίγο καιρό κατάφερε να πάρει τ’ όνομα Ξουτ Παραπέρα, εγκαινιάζοντας έτσι μια νέα εποχή, που τα σκυλιά στο χωριό τους και στα γειτονικά χωριά αποκτούσαν ονοματεπώνυμο. Κάποια βρήκαν παντοτινά αφεντικά μέσα από το χωριό και δέθηκαν για πάντα ενώ το λευκό βρέθηκε μόνο του στην εθνική οδό, νύχτα, να αμύνεται υπέρ ζωής και πατρίδας!

   Τα παντοτινά αφεντικά του ήταν από την πρωτεύουσα κι επέστρεφαν από τις διακοπές τους. Βλέποντας της χνουδωτή άσπρη μπάλα στην μέση του δρόμου αναρωτήθηκαν αν πρόκειται για κουνέλι. Ο μπαμπάς της οικογένειας άρχισε να κόβει ταχύτητα, το επέτρεπε κι ότι ήταν αργά τη νύχτα και δεν είχε καθόλου κίνηση στην εθνική οδό, πλησίασε το ζώο κι άρχισε να του αναβοσβήνει τα φώτα. Το ζώο μόλις είχε επιλέξει τα παντοτινά αφεντικά του! Με ξέχειλη αθωότητα γύρισε και κοίταξε τον οδηγό, τον συνοδηγό και τα πέντε παιδιά, που κάθονταν στο πίσω μέρος από το ημιφορτηγό κι αφού σιγουρεύτηκε ότι είχε βάλει όλες του τις δυνάμεις για να τους πείσει να τον πάρουν μαζί τους άρχισε ν’ αλυχτάει με πόνο βαθύ. Κανονικός ηθοποιός ήταν! Πείθοντας και τον πλέον άπιστο αυτή της χώρας για την χρησιμότητα του θεάτρου στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μας, ο μικρός θεατρίνος, παρέσυρε ακόμα και την πολυμελή οικογένεια με την ερμηνεία του. Αφού ο μπαμπάς έκανε στην άκρη τ’ αυτοκίνητο, κατέβηκαν οικογενειακώς και με προσοχή τον περισυνέλλεξαν από την μέση του δρόμου. Αυτή ήταν κι η στιγμή της αληθινής γέννας της σκυλίσιας αυτής ζωής, που ονομάστηκε Αχιλλέας, γιατί είχε μια μικρή πληγή στο δεξί του πίσω πόδι, αποτέλεσμα της παρ’ ολίγον δολοφονίας του από το κακό παντοτινό αφεντικό της μαμάς του. Ήταν μια θαυμάσια στιγμή, αφού τυλιγμένος με μια πετσέτα μπάνιου κατάλαβε πως αυτή η μυρωδιά καθαριότητας είναι ο παράδεισος, το σπίτι κι η ευτυχία συγκεντρωμένα όλα μαζί. Δεν ήταν τυχαίο άλλωστε, που καθώς έμπαιναν στο σπίτι εκείνος επέλεξε να κοιμάται, μέχρι και το τέλος της ζωής του, στο χνουδωτό χαλάκι του μπάνιου, που πάντα έμοιαζε χιονισμένο από τις πολλές τρίχινες μπαλίτσες, που έπεφταν από δέρμα του εδώ κι εκεί και μπερδεύονταν με τις κλωστές από τα χαλάκια, που άλλαζαν χρώμα και μέγεθος με μεγαλύτερη συχνότητα από τα καθαριστικά της νοικοκυράς του σπιτιού.

   Ο Αχιλλέας ήταν το καλύτερο σκυλάκι του κόσμου. Υπάκουο, χαδιάρικο και προπαντός πιστό, όχι στα παντοτινά αφεντικά του, αλλά σ’ έναν κόσμο καθαρότητας, αλήθειας κι αγάπης. Πίστευε στο λευκό σύμπαν ενός ατέλειωτου γαλαξία, ένα θεϊκό σύμπαν φτιαγμένο από λευκά πλακάκια μπάνιου και καλούς ανθρώπους, που αγαπάνε χωρίς αντάλλαγμα. Πίστευε στην όμορφη πλευρά της ζωής, που μύριζε σαν την αγκαλιά των παιδιών της οικογένειας, που τα ‘βλεπε ένα ένα να γίνονται ξυλοπόδαροι τσίρκου και να φεύγουν, καβαλώντας τα μεγάλα ξύλινα πόδια τους, μπλέκοντας τα χέρια τους με τα χέρια των άλλων, αγκαλιάζοντας τους, φιλώντας τους, ασθμαίνοντας αποχαιρετισμούς στα περίεργα αλλά αξιόγλειφτα κι απαλά αυτιά τους, χαϊδεύοντας τον ίδιο παιχνιδιάρικα στο κεφάλι, κάθε φορά. Πίστευε στην ανιδιοτελή αγάπη, εκείνη, που σταμάτησε μπροστά του ένα βράδυ και τον έσωσε από βέβαιο τροχαίο δυστύχημα. Όχι, δεν ήταν εκείνος, που επέλεξε ποια παντοτινά αφεντικά θα ‘χει στην ζωή του. Ήταν κάτι πέρα απ’ αυτόν. Ήταν εκείνο, που γεννάει ανθρώπους, μεγαλώνει σκυλιά και πιστεύει σ’ ένα καλύτερο, πιο ειρηνικό και θαυμαστό κόσμο και λεγόταν αγάπη. Την ήξερε την αγάπη. Την ήξερε καλά, γιατί του ‘μοιαζε. Ήταν λευκή, χνουδωτή και καλοσυνάτη. Ήταν όμως και κάτι άλλο πέρα από όλα αυτά, που τους ένωνε βαθιά. Είχε κι εκείνη μια πληγή στο δεξί της πόδι, όμοια με την πληγή του. Μαζί έμειναν μέχρι το τέλος της ζωής του κι όταν πια έφυγε για πάντα ο Αχιλλέας από κοντά τους, άφησε διάσπαρτη πεταμένη αγάπη σ’ όλο το σπίτι, λευκή. Χιόνι αφημένο πάνω σε χριστουγεννιάτικη φάτνη, να θυμίζει Θεό.

 

Τέλος

 

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply

error: Content is protected !!