Αρθρα Συνεργατων

Μικρές Ιστορίες (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου) της Σοφίας Κουκουλά 17/10/2020

17 Οκτωβρίου, 2020

Μικρές Ιστορίες

                                                              (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου)

Της Σοφίας Κουκουλά

Ο χορός της ζωής

 

     Την έλεγαν Μαρία, το όνομα της Παναγίας. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια. Του έφτανε μέχρι τον ώμο. Τα μπρατσάκια της, λευκά και ζουμερά σαν πορτοκάλια του Σεπτέμβρη, τα ‘χε αφήσει ακάλυπτα, έτσι γυμνά να εξυμνούν την ευτυχία τους κάθε φορά, που ερχόταν στο κέφι. Σαν αφράτη ζύμη καρβελιού τυλιγμένη σε ταφτά έμοιαζε. Καθώς το πέπλο της είχε τσαλαπατηθεί από τον διονυσιακό εκστασιασμένο χορό της, είχαν απομείνει κάποια μικρά υπολείμματα μόνο να θυμίζουν στα επίσης τσαλαπατημένα μαλλιά της την εκθαμβωτική εμφάνισή της, όπως αρμόζει και σε κάθε νύφη άλλωστε, κατά την είσοδό της στο ναό. Δεν την ένοιαζε όμως. Ήταν τόσο ικανοποιημένη από την γεύση της ζωής εκείνη την στιγμή. Σα να ‘χε φάει γλυκό του κουταλιού νεράντζι κι είχε φύγει η πικράδα του, αφήνοντάς της κρυστάλλους ζάχαρης στην γλωσσίτσα της.

   Η Μαρία γνώρισε έναν Σωτήρη, κάποια παραμονή του Σωτήρος. Ποτέ δεν της άρεσε ο Αύγουστος σαν μήνας. Από παιδάκι ακόμα τον είχε στην μπούκα κυρίως επειδή είχε περάσει πια αρκετός καιρός, που ‘χε να δει τους φίλους της από το σχολείο και την γειτονιά, αφού όλοι είχαν φύγει σε διακοπές, σε χωριά, σε παππούδες και γιαγιάδες. Εκείνη η άμοιρη δεν είχε κανένα χωριό να την υποδεχτεί. Φανταζόταν τις φίλες της να τρέχουν σε καταπράσινα λιβάδια, να παίζουν στα χώματα μ’ άλλα παιδιά, να κάνουν φίλους της αλμύρας και της τσίκνας κι εκείνη έμενε ξερή, χωρίς αλμύρα και χωρίς στον ήλιο μοίρα σ’ ένα μπαλκόνι παρέα με τις κούκλες της και τον μπόμπιρα, τον αδερφό της, να της σπάει τα νεύρα με τα κλάματά του. Καμία όρεξη δεν τον είχε. Καθώς μεγάλωνε δεν άλλαζε και τίποτα στην σχέση της με τον Αύγουστο. Τζαναμπέτης εκείνος, μουντρούχα εκείνη, δεν άντεχαν ο ένας τον άλλο ούτε για έναν μήνα! Κάποιες φορές, που πήγε να τον δει διαφορετικά, εκείνος, που ως φαίνεται της το κράταγε μανιάτικο, την έφτυνε κατάμουτρα. Πότε έμενε στην ίδια τάξη κι έπρεπε Αύγουστο να κάτσει να διαβάσει, πότε χώριζε και διάβαζε νεκρώσιμες ακολουθίες πάνω από πεθαμένες εν δυνάμει μεγάλες αγάπες, πότε είχε επαναληπτική εξεταστική και πότε δεν είχε έναν άνθρωπο να πάει διακοπές μαζί του και παραχωρούσε την άδειά της στον συνάδελφο, που είχε τρία παιδιά, γυναίκα και χωριό. Με τούτα και μ’ εκείνα πάντα ξέμενε να κοιτάζει την ζωή από το μπαλκόνι του έκτου ορόφου.

   Παραμονή του Σωτήρος την πήρε η μάνα της από το χεράκι να πάνε να προσκυνήσουν στην ενορία της θείας της, της Γιούλας. Το περπάτημα της έκανε καλό της κόρης της, γιατί πέφτανε κι οι μπάκες, που έμοιαζε με παραγεμισμένο πετεινάρι. ‘Όπου την έχανες όπου την έβρισκες, πίσω από ένα ντουλάπι ήταν, μπροστά από μια ανοιχτή πόρτα ψυγείου ή πάνω από ένα πιάτο φαγητό αποχαυνωμένη από την τηλεόραση. Μα πώς να βρει έναν άνθρωπο να την πάρει αν δεν προσέχει λίγο τον εαυτό της; Φίλους δεν είχε, μια γνωστή να πάνε μια βόλτα, έστω μια γειτόνισσα. Πολύ την είχε προβληματίσει αυτό το παιδί. Δουλειά, σπίτι, φαγητό κι η ζωή περνούσε χωρίς εκείνη να καταλάβει τι ακριβώς είναι η ζωή.

   Περπάτημα στο περπάτημα φτάσανε κάποια στιγμή στο εκκλησάκι του Σωτήρα. Τα μάγουλα της Μαρίας είχαν γίνει μια φορητή εστία για να ψήσει κανείς αυγουστιάτικα αυγά μάτια. Η μάνα της ευδιάθετη κι ικανοποιημένη, αφού είχε διατελέσει τον πρέποντα εξάψαλμο στον δρόμο για την εκκλησία, έψαχνε ανάμεσα από τους πάγκους την Γιούλα. Κάπου εκεί μεταξύ κιλότας και χοιρινού καλαμακίου στην σχάρα, η Μαρία έχασε την γη κάτω από τα πόδια της για πρώτη φορά. Κρύος ιδρώτας άρχισε να την λούζει, μια υγρασία στα χέρια, μια ταχυκαρδία άλλο πράγμα, δύσπνοια, να κόβεται ο αέρας από παντού, όλοι να της φαίνονται παραμορφωμένοι, ο ουρανός κι η γη να συμπιέζονται και να μην φτάνει ήχος στα χιλιοτραβηγμένα αυτιά της παρά μόνο ένα ενοχλητικό βουητό. Η μάνα της τα ‘χασε. Οι κυρίες με τις πλαστικές σακούλες οπισθοχωρούσαν για να μην πέσει κατά πάνω τους η Μαρία. Ένας κύριος, που πουλούσε μαχαίρια φρούτου, κασετοφωνάκια και ρολόγια της έριχνε νερό στο πρόσωπο και την τραβούσε να κάτσει στην καρέκλα. Όλα αυτά γίνονταν σε χρόνο μηδενικό κι η Μαρία ενώ καθόταν στην καρέκλα του ευγενικού κυρίου το μόνο, που ήθελε ήταν ν’ αρπάξει τα μπαλόνια της γύφτισσας και να πετάξει μαζί τους στον ουρανό, να βρει τον Θεό και να τον παρακαλέσει να μην πεθάνει.

   Η Μαρία όμως πέθανε εκείνο το βράδυ της παραμονής του Σωτήρος. Δεν πέθανε με την κυριολεξία της έννοιας. Πέθανε όμως ένα ακριβό κομμάτι της. Πέθανε η Μαρία, που έπαιζε με τις κούκλες στο μπαλκόνι του έκτου ορόφου. Πέθανε η Μαρία της πρώτης νιότης μα τώρα δεν ήξερε κανείς και προπαντός η Μαρία ποια είχε παραμείνει ζωντανή. Εκείνη η κρίση πανικού ήταν η απαρχή μιας μακράς μαύρης περιόδου. Η μικρή Μαρία έκατσε να κλαίει. Σταμάτησε την δουλειά, σταμάτησε το φαγητό και το μόνο, που δεν σταμάτησε ήταν το σπίτι. Η Μαρία είχε αποκτήσει την δικιά της μουντζουρίτσα στον ώμο, που πήγαινε όπου πήγαινε κι η Μαρία. Οι γονείς της, ο αδερφός της, η θεία της η Γιούλα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μόνο ενοχλητικές μέλισσες γύρω της. Κάποιες φορές, πολύ σπάνια, έκλεινε τα μάτια της και φανταζόταν το πιο ευτυχισμένο μέρος, εκείνο, που αν βρισκόταν εκείνη την στιγμή θα σταματούσε να υποφέρει. Πράγμα παράξενο αλλά το πιο ευτυχισμένο μέρος ήταν σ’ ένα απέραντο λιβάδι, ντυμένο με χρυσά στάχυα, σ’ ένα μακρινό χωριό, με μοναδικό δέντρο μια συκιά, Αύγουστο, μ’ εκείνη να χάνεται στην αγκαλιά της μάνας της και να κλαίει, να λιώνει σ’ ένα λυτρωτικό κλάμα όλο παράπονο και μετά από ώρα να τις παίρνει και τις δύο ο ύπνος αγκαλιά κάτω από τον ίσκιο της συκιάς. 

   Τα ευτυχισμένα μέρη ήταν εν τέλει εκείνα, που απόδιωξαν την μουντζουρίτσα μετά από κάμποσο καιρό. Χρειάστηκε πολύς κόπος και πολύ όρεξη για ζωή, που ερχόταν τρώγοντας. Η Μαρία πιάστηκε από ότι της είχε απομείνει ν’ αγαπάει, αφού δεν μπορούσε ακόμα να βρει το ζωντανό κομμάτι της για να τ’ αγαπήσει. Αρωγοί της στην προσπάθεια ήταν ένας πολύ καλός ψυχολόγος, ένας πολύ καλός γιατρός, ο Θεός κι ο χαμένος εαυτός της, που ήθελε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο να βρει τ’ αυγουστιάτικο λιβάδι με τα χρυσά στάχυα. Σιγά σιγά οι παλάμες της άρχισαν να ξεσφίγγουν κι από σχεδόν αποστεωμένες να μοιάζουν με λευκά περιστέρια, έτοιμα να πετάξουν πάνω από τον κόσμο, να διαλαλήσουν το χαρμόσυνο μήνυμα. Κάποτε ξέσφιξαν τελείως κι ήταν τότε η στιγμή για να πάει στον τόπο του εγκλήματος, εκεί απ’ όπου είχαν ξεκινήσει όλα.

   Κατακλυσμός λέγεται στην επιστημονική του ονομασία όπως κι εκείνη κάποτε βαπτίστηκε Μαρία. Παραμονή του Σωτήρος κι έναν ακόμα Αύγουστο στη νεκρή πόλη, όλα καλύπτονταν από ένα νέφος απραξίας. Η Μαρία ξεκίνησε ευθαρσώς το περπάτημα κατά το εκκλησάκι του Σωτήρος. Είχε να πάει από τότε. Που να τολμήσει; Φόρτωσε τους φόβους της στην μικρή, σχεδόν ανύπαρκτη, μουντζουρίτσα κι ανηφόρισε κατά την εκκλησία. Στον δρόμο δεν έκανε καμία σκέψη, μόνο, που κάθε τόσο έλεγχε αν έχει πάρει στην τσάντα της νερό. Όταν έφτασε την προϋπάντησαν οι χρωματιστές κιλότες και το πήρε σαν καλό σημάδι υποδοχής μιας πρώην έκπτωτης και νυν πριγκίπισσας του κόσμου. Πήρε ένα χοιρινό καλαμάκι, πήρε ένα αναψυκτικό, πήρε κι ένα ύφος Θεοδώρας των φτωχών και κάθισε όλο μεγαλοπρέπεια στο πεζούλι. Τότε ήταν, που συνέβη τ’ αναπάντεχο καθώς εκεί, που κάθισε είχε αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια του ένας μαύρος σκύλος κι άραχνος. Πάει η μεγαλοπρέπεια, πάει το χοιρινό καλαμάκι, που εκσφενδονίστηκε στα σκουπίδια, πάει και τ’ αναψυκτικό όλο πάνω στα ρούχα της. Πιο πολύ όμως πάει η μουντζουρίτσα, που εκείνη παραμονή του Σωτήρος τρόμαξε τόσο πολύ από το αναπάντεχο ατύχημα της ιδιοκτήτριάς της κι έφυγε τρέχοντας μακριά, ακούγοντας τα τρανταχτά γέλια της.

   Θεατής του αηδιαστικού ατυχήματος εκείνης της βραδιάς ήταν ο άντρας, που χόρευε τώρα απέναντί της. Καθώς την κοίταζε μέσα στα μάτια, μακάριζε την τύχη του, που βρήκε το πιο όμορφο, αστείο αλλά προπαντός ενδιαφέρον κορίτσι για να τον αγαπήσει. Ποτέ του δεν πίστευε ότι θα συναντούσε την ευτυχία. Πόσο μάλλον εκείνο το βράδυ, που απελπισμένος είχε πάει ν’ ανάψει ένα κεράκι στην εκκλησία, παραμονή της γιορτής του, για να τον βοηθήσει Εκείνος ν’ αποδιώξει το βάρος από πάνω του και να λυτρωθεί. Το κεράκι λειτούργησε εν τέλει. Ο Σωτήρης είχε σωθεί. Καθώς οι πατούσες τους τρυπούσαν το πλακόστρωτο, ο  κόσμος όλος γύρω τους γλεντούσε μαζί τους, ο ουρανός ήταν πολύ μακριά από την γη και στάχυα κρέμονταν από πάνω τους για να δώσουν ο ένας στον άλλο ένα παντοτινό φιλί. Ήταν κάποιος Αύγουστος, που όλα ήταν εκεί. Η Μαρία καταϊδρωμένη συνέχιζε τον παγανιστικό χορό κι η φύση οργίαζε. Εκείνη την ώρα καμία συνενοχή δεν έμοιαζε πιο ταιριαστή. Όλα ήταν χρυσά. Δεν υπήρχε καμία μουντζούρα να βεβηλώνει τα λάφυρα των στρατηγών.

 

Τέλος

 

 

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply

error: Content is protected !!