Αρθρα Συνεργατων

Μικρές Ιστορίες (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου) της Σοφίας Κουκουλά 10/10/2020

10 Οκτωβρίου, 2020

Μικρές Ιστορίες

                                                              (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου)

Της Σοφίας Κουκουλά

 

Η αγαπημένη μου αδερφή

 

   Από το παράθυρό μου φαίνονται όλα. Κάθε πρωί βλέπω τον συμπαθητικό ηλικιωμένο κύριο με το καφέ πανωφόρι και την ισοσταθμισμένη τραγιάσκα του να βγάζει βόλτα στην μικρή πλατεία απέναντι από το σπίτι μου το σκυλάκι του. Στ’ αριστερό του χέρι κρατάει ένα σακουλάκι για τ’ απορρίμματα και στο δεξί του χέρι πότε ένα βιβλίο, πότε ένα φλιτζάνι από το καλό σερβίτσιο του σπιτιού του μ’ αχνιστό κάτι μέσα, πότε κανένα φαγώσιμο σε μικρό μπολάκι σκεπασμένο με χαρτοπετσέτα. Το περίεργο είναι πως η βόλτα τους δεν κρατάει πάνω από πέντε λεπτά. Έτσι όπως κατεβάζει τα πράγματα, τ’ ανεβάζει. Όμως κάθε πρωί αναρωτιέμαι τι να κουβαλάει μαζί του. Θαρρώ πως έχουμε κάνει μια μικρή συμφωνία οι δυο μας, σαν να παίζουμε ένα παιχνίδι μαντικής ή κάτι τέτοιο. Αφού μπαίνει στην πολυκατοικία του εκείνος, είναι η ώρα για τα παιδιά, να πάνε σχολείο. Καθώς δεν ξέρω τα ονόματά τους, έχω βγάλει παρατσούκλια για το καθένα ξεχωριστά. Έτσι το ένα είναι το «αγριοκάτσικο» αφού χοροπηδάει σαν τέτοιο, τ’ άλλο είναι ο «λαδοποντικός» αφού ποτέ δεν το ‘χω δει λουσμένο και καθαρό και το τελευταίο, που πάντα τρέχει ξοπίσω από τα δύο, είναι ο «Ερμής» με τα πόδια του, που δεν τρέχουν απλώς αλλά πετούν, με την τσάντα του, πιο μεγάλη απ’ αυτόν, να βγάζει τα φτερά του μυθικού θεού, καθώς τα μαλλιά του χορεύουν με τα κίτρινα φύλλα των δέντρων. Πιο χαρούμενο παιδί δεν έχω δει στην ζωή μου. Μερικές φορές, αλήθεια, τ’ αγαπώ. Μετά τα παιδιά θα περάσει ο παλιατζής. Θα κάνει μερικούς γύρους με την σακαράκα του, μπορεί να παραλάβει και καμιά αντικαρία, που αργότερα θα φορτώσει σε κανένα μαγαζί πολυτελείας του Κολωνακίου, για να το πουλήσει χρυσό στους αφ’ υψηλού και θα φύγει κάνοντας την ίδια φασαρία, που κάνει και το εμπόρευμά του. Φεύγοντας θα διαλαλεί την ιδιότητά του, μ’ ένα χλαπατσωτό λάμδα, που μέχρι να φύγει μακριά τ’ ακούω να βουλιάζει μέσα στην γλώσσα του, σε ίδιο χρόνο με τις γαλότσες των περαστικών, όπως τσαλαβουτούν στα απόνερα της βροχής, ενώ στο από πάνω διαμέρισμα η γριά βουτάει μια παχιά φέτα ψωμί μέσα στο τσάι, ανακατεμένο με γάλα. Για τις ώρες, που ακολουθούν, θα ΄χει ησυχία ο δρόμος. Μέχρι να με βρει το μεσημέρι, μόνο την Ισμήνη βλέπω αδιαλείπτως όπου και να πάω, μ’ ότι δουλειά και να καταπιαστώ και καθώς θα μεσημεριάζει, μ’ ότι μου αποκαλύπτεται γενναιόδωρα πίσω από τις γλάστρες του μπαλκονιού, με το φως να σκάει πάνω στα κάγκελα και να με τυφλώνει.

   Το μεσημέρι συνήθως βλέπω αντικατοπτρισμούς. Οι περισσότεροι έχουν κλειστές τις κουρτίνες του. Κάποιοι άλλοι όμως, λίγο πιο γενναίοι, αφήνουν μια χαραμάδα ανοιχτή, να μπει ή να βγει λίγο φως. Τέτοια εποχή, ενός προπέτη χειμώνα, το μόνο φως, που μπαίνει είναι γκρίζο. Από τις χαραμάδες τους όμως εκπέμπεται αυτό το γαλάζιο χρώμα, που αναβοσβήνει στις διαφημίσεις πιο πολύ, ανακατεμένο με τα χρώματα του ουρανού των χωρών των ξωτικών ή ενός άλλου γαλαξία, τρισεκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά από τον δικό μας. Συνήθως μαντεύω τι βλέπουν. Καταλαβαίνω ακόμα όταν τους έχει πάρει ο ύπνος. Τα χρώματα παύουν να εναλλάσσονται με τόσο γρήγορο ρυθμό και τα ξωτικά ηρεμούν κι αποκοιμιούνται κάτω από κανένα λαμπυρίζον δέντρο, που δεν έχει άνθη αλλά φωτεινά αστέρια στα κλαδιά του. Μόλις καταλάβω ότι όλοι είναι ασφαλείς, ακόμα κι η Ισμήνη, ξαπλώνω, συνήθως πλάγια, με το μαξιλάρι ανάμεσα στα πόδια, γιατί μόνο έτσι μπορώ κι ησυχάζω το μυαλό και το σώμα μου. Με τα μάτια μισόκλειστα, σκεπασμένη με μια νοητή παιδική κουβέρτα, ακούω τα πάντα όπως πριν τα ‘βλεπα. Όμως τώρα είναι μπερδεμένα μαζί με ότι βλέπω στον ύπνο μου. Οι μεσημεριανές καταδύσεις είναι προστατευμένες, καθώς κανένα κακό, που θα δεις στον ύπνο σου, δεν βγαίνει. Βλέπω την μάνα μου αγκαλιά με τον πατέρα μου. Υγιείς, αρτιμελείς, απαλλαγμένοι από την ενοχή να μου χαμογελούν. Βλέπω τ’ αδέρφια μου να χτίζουν πολιτείες από ζαχαρωτά και σοκολάτα. Το πιο όμορφο σπίτι το κρατούν για ‘μένα. Μέλι στάζει στο παράθυρο και το πιο όμορφο δέντρο στέκει στην αυλή του με τα πιο ζουμερά κεράσια της πλάσης. Κάτω από την κερασιά κάθεται η αδερφή μου, αγκαλιά με το βιβλίο, που κρατούσε πριν ένα μήνα ο ηλικιωμένος κύριος με το σκυλάκι. Τ’ ακουμπάει πάνω στα γόνατά της και μου σκάει ένα χαμόγελο. Σαν άγγελος είναι. Η χρυσομαλλούσα μου, που δεν μπορεί να πάει πουθενά χωρίς τα γεμάτα χέρια της. Πάντα κι αυτή κρατάει κάτι. Ένα μπουκάλι νερό, ένα αλέτρι, ένα άλλο χέρι, για να το παρηγορήσει. Τώρα, που ο αέρας της κρύβει το μισό πρόσωπο, με τα μαλλιά της να της τρίβουν την μύτη και τα μάτια, παίζοντας το παιχνίδι του βασιλιά της φύσης, του αέναου αόρατου πανταχού, καταλαβαίνω ότι μόνο εγώ ήμουν πάντοτε μισή. Εκείνη ήταν η ολόκληρη. Κάπου ανάμεσα στις φωνές από τον δρόμο κι από μέσα μου, βλέπω τελευταίο εκείνον, τον έναν. Ωραιότερο δεν τον έχω δει ποτέ στην ζωή μου. Έτσι όπως στέκει απέναντί μου, η ανάσα μου κόβεται. Εκείνος ατάραχος. Έχει πια φύγει και ξέρει ότι δεν φτάνουν τα χέρια μου να τον πιάσω. Ακόμα ένας προδότης ανάμεσα μας, αλλά αλήθεια ήταν ποτέ; Μόνο εγώ πρόδωσα εμένα. Τώρα πια το ξέρω. Το μεσημέρι έχει φύγει. Το βαρύ απόγευμα του παγωμένου χειμώνα με ξύπνησε με μια σκοτεινιά, άλλο πράγμα. Τι κρίμα, που τον χειμώνα σκοτεινιάζει νωρίς. Σηκώνομαι ν’ ανάψω κανένα φως. Μόνο η Ισμήνη πρόδωσε όσους αγαπούσε κι όσους δεν γνώρισε ποτέ για να μπορέσει ν’ αγαπήσει. Από την χαραμάδα της πολυκατοικίας απέναντι μερικές χιλιάδες πρόσφυγες ακολουθούν την πορεία του φωτός για την χώρα των ξωτικών, μικρά ενοχλητικά ζιζάνια κολλάνε στις πατημένες μάσκες του δρόμου κι η μάνα του Φύσσα κρατάει ένα μπουκάλι με νερό, μάλλον της το έδωσε η αδερφή μου. Έρχεται η υγρασία και κολλάει πάνω στ’ αυτοκίνητα σαν απλωμένη διάφανη τσίχλα. Βράδιασε.

   Τα βράδια του χειμώνα δεν κυκλοφορεί κανείς στους δρόμους. Όλοι συγκεντρώνονται πάνω από κάποιο ραδιόφωνο. Συνήθως ακούνε τραγούδια καψούρας, καταστολής της μελαγχολίας ή αναζοπύρωσής της και κάποιοι πιο μυημένοι στα λάθη ακούνε το ίδιο και το ίδιο τραγούδι ξανά και ξανά. Εγώ δεν ανήκω σε καμιά κατηγορία. Συνεχίζω και στέκομαι μπροστά στο παράθυρο με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος μου. Τώρα, που πια δεν περνάει κανένας από μπροστά μου ή έξω από το παράθυρό μου, βλέπω καθαρά εμένα. Δεν είμαι ούτε όμορφη ούτε άσχημη. Δεν είμαι ούτε χρήσιμη ούτε για να μπω μαζί με τις άλλες αντικαρίες του παλιατζή. Δεν είμαι τίποτα. Θα μπορούσα να ‘μαι η μάνα μου, ο πατέρας μου, οι νεκροί αδερφοί μου, ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο ίδιος ο Σοφοκλής, μια κεντρική παρουσιάστρια ή ένα προσφυγόπουλο. Θα μπορούσα να ‘μαι νερό. Θα μπορούσα να ‘μαι αέρας. Θα μπορούσα να ‘μαι γη. Θα μπορούσα να ‘μαι το χέρι, στο γεμάτο χέρι της αδερφής μου. Όμως εγώ αποφάσισα όλα αυτά τα χρόνια να ‘μαι απλά ένα τίποτα, εγκατεστημένο μέσα σε μια φούσκα από σαπούνι κι απλά να παρατηρώ τα πάντα από το παράθυρό μου, γιατί από εκεί ψηλά φαίνονται όλα. Μόνο την Ισμήνη δεν βλέπω πια. Εξαφανίστηκε. Έξω άρχισε να κλαίει ο ουρανός, μαζί του κι εγώ, για την Ισμήνη με το κατεβασμένο κεφάλι και τα χρυσά της τα μαλλιά. Αέρας και βροχή γίνανε ένα. Γέμισε φούσκες σαπουνιού το δωμάτιο. Αύριο θα ξημερώσει το ίδιο πρωινό. Θα μείνω ζωντανή άλλο ένα βράδυ, για να δω τον αδερφό μου, τον νεκρό, τον άθαφτο, τον ταπεινωμένο και να πλύνω το πεθαμένο του πρόσωπο με τα μετανιωμένα μου δάκρυα.

 

 

Τέλος

 

 

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply

error: Content is protected !!