Αρθρα Συνεργατων

Μικρές Ιστορίες (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου) της Σοφίας Κουκουλά 3/10/2020

3 Οκτωβρίου, 2020

Μικρές Ιστορίες

                                                              (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου)

Της Σοφίας Κουκουλά

 

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ ΣΤΟ ΠΕΤΟ ΤΟΥ

 

Μια ιστορία αγάπης για να γραφτεί δεν χρειάζεται πάντα απαραίτητα δυο. Υπάρχουν εκείνες οι ιστορίες, που αναφέρονται σ’ έρωτες αιώνιους σαν αυτόν του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Υπάρχουν κι οι ανολοκλήρωτοι έρωτες, οι πλατωνικοί, κινούνται σε μεσοδιαστήματα αφηρημάδας ή τυφλοποντικίασης των ενδιαφερόμενων. Ακόμα υπάρχουν οι εφήμεροι, οι συμβατικοί, οι παθιασμένοι, οι απόλυτοι κι οι δεδομένοι έρωτες. Υπάρχουν όμως κι αυτοί, που δεν υπήρξαν ποτέ παρά μονάχα μέσα στο μυαλό του ενός από τους δυο, πολλές φορές εν αγνοία του άλλου. Το δράμα, που εκτυλίσσεται μέσα σ’ ένα εύλογο χρονικό διάστημα μεταξύ μιας ώρας ή μιας ολόκληρης δεκαετίας, μπορεί να εξασθενήσει τόσο πολύ τα θύματά του, που πολλές φορές βρίσκουν παρηγοριά στο ποτό κάνοντας παράλληλα κύκλους με τον καπνό από το τσιγάρο τους.

   Ο Ευγένιος ήταν ένας συμπαθής νέος. Μετρίου αναστήματος, μ’ εμφανή σημάδια αραίωσης των μαλλιών του στο μπροστινό μέρος της κεφαλής του, που ευτυχώς τα κάλυπτε το καπέλο του, γεμάτος δίπλες και καμπύλες, όμοιος με χοντρό πιγκουίνο, που προσπαθεί να χωρέσει στο καλό του κοστούμι και ζορίζεται, πηγαίνοντας πότε δεξιά και πότε αριστερά τον κορμό του και μ’ ένα μόνιμα ιδρωμένο φαρδύ και πλατύ κούτελο, που σκούπιζε κάθε τρεις και λίγο με το μαντήλι του, πάντα λερωμένο με υπολείμματα φαγητού. Παρόλα αυτά είχε σημειώσει κάποιες επιτυχίες στο γυναικείο φύλο, κυρίως λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας στο τομέα των χρηματιστηριακών. Μια επιτυχημένη πορεία, που εκείνο το βράδυ διακόπηκε βίαια και μάλλον χωρίς επιστροφή.

   Μια δεκαετία νωρίτερα, λίγο πριν τελειώσει το σχολείο ο Ευγένιος, οι αγρότες γονείς του αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την φτωχική τους φάρμα, για να εγκατασταθούν στην μεγάλη πόλη με τις πολλές ευκαιρίες, δίνοντας έτσι την δυνατότητα στον γιο τους να ζήσει μια καλύτερη ζωή και να ‘χει ένα πιο λαμπρό μέλλον. Έπιασαν αμέσως δουλειά σ’ ένα εργοστάσιο κατασκευής ηδύποτων κι έμειναν στο διαμέρισμα με τον αριθμό οχτώ. Αυτό το θεώρησαν ιδιαίτερα καλό σημάδι, γιατί το οχτώ σηματοδοτούσε μια άπειρη κι αεικίνητη εξέλιξη προς ένα καλύτερο αύριο. Εκείνη την χρονιά το ημερολόγιο έγραφε 1919 κι ήταν μήνας Αύγουστος στη Νέα Υόρκη των ευκαιριών.

   Ακριβώς έξι μήνες αργότερα, πάνω που είχαν συνηθίσει να βολεύουν τους κουρασμένους πισινούς τους στον αναπαυτικό καναπέ του διαμερίσματος με τον αριθμό οχτώ, ήρθε μια καινούργια πραγματικότητα να βρει όχι μόνο τους γονείς του Ευγένιου, ούτε μόνο τους κατοίκους της Νέας Υόρκης αλλά τους κατοίκους σ’ όλη την χώρα. Η έναρξη της ποτοαπαγόρευσης σήμανε το τέλος μιας εν δυνάμει ιδανικής ζωής για την οικογένεια του φερέλπιδος φοιτητή. Αν κι όχι αμέσως, το εργοστάσιο άντεξε να λειτουργεί για έναν χρόνο πριν κλείσει οριστικά, μετά από ενάμισι χρόνο κι οι δυο γονείς του Ευγένιου βρέθηκαν χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά και χωρίς τον αριθμό οχτώ να τους προστατεύει. Ότι λίγα χρήματα είχαν μαζέψει τα χρησιμοποίησαν για να μείνουν σε φτηνά ξενοδοχεία της σειράς μέχρι να δουν τι θα κάνουν. Όμως δουλειά δεν υπήρχε πουθενά. Δεν ήταν οι μόνοι, που είχαν πεταχτεί στον δρόμο αγκαλιά με τα ριγωτά στρώματά τους. Έκαναν που και που κάτι δουλειές του ποδαριού αλλά με μια ή δυο φορές την εβδομάδα και μισό μεροκάματο δεν γέμιζε το στομάχι. Το ίδιο κι ο Ευγένιος, που είχε παρατήσει τις σπουδές κι είχε αρχίσει να δουλεύει λάντζα σ’ ένα ιταλικό εστιατόριο ενός σπουδαίου επιχειρηματία, που αργότερα οι ιστορικοί θα χαρακτήριζαν αρχιμαφιόζο ενώ εκείνος θα περνούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του απομονωμένος σε μια μεγάλη έκταση με ζώα.

   Η ζωή είχε αλλάξει. Η οικονομική ανασφάλεια λόγω της ποτοαπαγόρευσης οδήγησε τον πατέρα του Ευγένιου γρήγορα στο ποτό και με ιλιγγιώδη ταχύτητα στην κύρωση του ήπατος. Στην κηδεία του δεν παρευρέθηκε κανείς εκτός από την απαρηγόρητη χήρα, το ορφανό και τον μπακάλη της γειτονιάς, που προμήθευε κρυφά ποτό τον γέρο. Αφού κλάψανε τον μακαρίτη, η μάνα του Ευγένιου έριξε τα μούτρα της και γύρισε πίσω στην φάρμα να μείνει με την χηρεύσασα αδερφή του άντρα της. Λίγο φιλοξενούμενη, λίγο υπηρετριάκι, λίγο παρέα της ανισόρροπης, θα ήταν τώρα δεύτερη και θα συγύριζε το σπίτι, που κάποτε διαφέντευε.

   Ο Ευγένιος έμεινε πίσω. Μετά τον θάνατο του πατέρα του το ‘βαλε πείσμα να πετύχει. Έτσι κι έγινε. Δεν πέρασε πολύς καιρός και την λάντζα με το λιγδιασμένο πιατομάνι την υποδέχτηκε ο χαρτοφύλακας κι οι αριθμοί. Οχτώ να δουν τα μάτια σου. Οχτώ κι άπειρες ευκαιρίες στον κόσμο του χρήματος, που έδινε κι έδινε χωρίς να ζητά και πολλά εκτός από καπατσοσύνη κι ετοιμότητα. Ο Ευγένιος τα διέθετε και τα δυο και πολύ περισσότερο διέθετε την απελπισία ενός πρώην αποτυχημένου, που δεν είχε άλλα περιθώρια αποτυχίας κι έτσι πέτυχε. Λεφτά με τσουβάλι γέμισαν οι τσέπες του. Έφερε την μάνα του πίσω και την βόλεψε σ’ έναν πιο μεγάλο και βαθουλωτό καναπέ. Αγόρασε κι ένα ωραίο αυτοκίνητο για να μοστράρει στις κυρίες και να πέφτουν όταν θα τον έβλεπαν να το οδηγεί χωρίς να νιώθει ανασφάλεια ότι όταν θα βγει απ’ αυτό θα τις αποτρέψουν οι δίπλες του. Αγόρασε μέχρι και το μπακάλικο του λαθρέμπορου και μέσα σε μια εβδομάδα το γκρέμισε και το παραχώρησε με χαμηλό ενοίκιο στις αρχές της πόλης με τον όρο να χρησιμοποιηθεί σαν αποθήκη των νοθευμένων ποτών, που κάτασχαν με λύσσα.

   Δέκα χρόνια μετά είχε κατακτήσει επιτέλους τον κόσμο, τουλάχιστον της μεγάλης πόλης, που τον χαιρετούσε πια βγάζοντάς του το καπέλο. Όμως ο εχθρός καραδοκούσε. Τα σημάδια είχαν φανεί από τις αρχές του Σεπτέμβρη αλλά δεν ήθελε να το πιστέψει. Ούτε εκείνος ούτε κανείς από τους χλιδάτους επευφημούντες το χρώμα του δολαρίου. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο για κανένα μήνα την βγάζανε καθαρή. Κάποιοι μάζεψαν την περιουσία τους και κατηφόρισαν προς το νότο. Κάποιοι άλλοι, πιο αισιόδοξοι όπως ο Ευγένιος, θεώρησαν ότι έπρεπε να μείνουν και να παλέψουν μέχρι τέλους. Στην περίπτωση του Ευγένιου αποτρεπτικός παράγοντας διαφυγής ήταν η ανάμνηση μιας αποτυχίας, που κάποτε δεν τον ισοπέδωσε. Έτσι στην ψευδαίσθηση της αυτοδυναμίας του μπήκε με όλα μέσα. Ήταν μέσα του Οκτώβρη του 1929 κι η χώρα σε λίγο θα αιμορραγούσε πράσινα χαρτονομίσματα στην λεωφόρο της δόξας.

   Εκείνο το πρωί ο Ευγένιος ένιωθε πολύ τυχερός. Βγαίνοντας από το σπίτι του ένα περιστέρι κουτσούλησε το πέτο του. Καθώς πήγαινε να ξεκλειδώσει το αυτοκίνητό του διέκρινε ένα ασημένιο νόμισμα στις ρόδες του. Έσκυψε και το πήρε. Ενώ όταν πήγε να πιει τον πρωινό καφέ του, η απρόσεκτη σερβιτόρα κούνησε το φλιτζανάκι κατά την μεταφορά του και χύθηκε λίγος καφές στο πιατάκι. Λεφτά, λεφτά, λεφτά παντού κι ο αγαπημένος του αριθμός οχτώ ακριβώς απέναντί του να δεσπόζει στην εξώπορτα του σπιτιού. Τότε βγήκε εκείνη. Από την πόρτα με τις άπειρες δυνατότητες έσκασε μύτη η μια δυνατότητα, που τις εξουδετέρωνε όλες. Δεν είχε δει ποτέ ξανά στην ζωή του πιο μαγική εικόνα. Πως έπεφταν τα κυματιστά μαλλιά στο πέτο της. Πως διαγραφόταν η εξαίσια γάμπα της κάτω από τις μεταξωτές κάλτσες της. Τα χείλια της ήταν ένα ποίημα. Όλη ήταν μια ηρωίδα νουβέλας. Τα μάτια της, το στήθος της, τα γόνατά της. Ξεκάθαρα είχε ερωτευτεί. Αλλά ήταν εκτεθειμένος. Το αυτοκίνητό του ήταν λίγα μέτρα πιο μακριά κι εκείνος ήταν γυμνός με τις δίπλες του μπροστά της. Άρχισε να ιδρώνει. Ξαφνικά τον ενοχλούσε κι ο χυμένος καφές. Λες και θα αποτελούσε το κερασάκι στην τούρτα της αποτυχημένης πρώτης συνάντησή τους. Έκανε να πάρει το μαντήλι του να σκουπιστεί κι είδε τα ψίχουλα, απόηχο της συνεχούς λαιμαργίας του, παντού πάνω του. Άρχισε να τινάζει από πάνω του τα σιτηρά και τα οικόσιτα όμως εκείνη πλησίαζε κι όσο πλησίαζε τον έπιανε πανικός κι όσο τον έπιανε πανικός όλο και τιναζόταν κι όσο τιναζόταν άρχιζαν τον κοιτάνε όλοι και να γελάνε κι όσο γελάγανε τόσο εκείνος ίδρωνε κι όσο ίδρωνε τόσο ένιωθε αποτυχημένος. Όταν πια έφτασε εκείνη δίπλα του για να του συστηθεί εκείνος είχε γίνει ένα ράκος. Εξαντλημένος και κάθιδρος ανανέωσε το επαγγελματικό ραντεβού τους και τράπηκε σε φυγή. Ήταν η πρώτη του. Το ημερολόγιο έγραφε 28 Οκτωβρίου 1929, πρωί Δευτέρας στη Νέα Υόρκη.

   Το αυτοκίνητό του δεν μετακινήθηκε από την πρωινή του θέση. Ήρθε το βράδυ κι ακόμα εκεί ήταν. Η αποτυχημένη ερωτική του ιστορία δεν ήταν η μόνη αποτυχία του για εκείνη την Δευτέρα. Η πανωλεθρία του χρηματιστηρίου τον έπιασε στον ύπνο. Μέχρι να βραδιάσει είχε χάσει τα πάντα ακόμα και τις πεποιθήσεις και τις αξίες του. Τώρα το ποτό ήταν η λύση κι ένα τσιγάρο. Ας μην ήξερε να καπνίζει. Έπρεπε να το κρατάει στο χέρι όπως κάθε αποτυχημένος, που σέβεται τον εαυτό του. Όμως ποτό πουθενά κι εκείνος άβγαλτος και καινούργιος στον υπόκοσμο, δέχτηκε μερικές μπουνιές στα πλακουτσωτά μούτρα του όπου θέλησε ν’ απευθυνθεί για να βρει λίγη παρηγοριά. Τότε θυμήθηκε πως είχε τόνους ποτού στην διάθεσή του και μάλιστα αποθηκευμένους στην ιδιοκτησία του. Αυτό κι αν ήταν τύχη για έναν πρώην υπέρμαχο της τάξεως των πραγμάτων.

   Τον βρήκαν να κοιμάται αγκαλιά με τα μπουκάλια. Πως και δεν έβαλε φωτιά με την καύτρα από το πούρο του κανείς δεν ξέρει! Μάλλον ήταν ακόμα τυχερός. Τον μπαγλαρώσανε κι έμεινε στην φυλακή πολύ περισσότερο καιρό από τον επιχειρηματία, που κάποτε δούλευε στο εστιατόριό του κι εν τέλει ήταν μαφιόζος. Η μάνα του πήρε τον καναπέ με το βαθούλωμα του πισινού της και γύρισε πάλι στην αδερφή του άντρα της να την γηροκομήσει. Παιδιά, σκυλιά δεν είχε, που θα τ’ άφηνε όλα; Στον αγαπημένο της ανιψιό θα τ’ άφηνε. Να ζήσει, το πουλάκι της, να βασιλεύσει, την φάρμα του να διαφεντεύσει.  

 

Τέλος

 

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply

error: Content is protected !!