Αρθρα Συνεργατων

Μικρές Ιστορίες (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου) της Σοφίας Κουκουλά 26/09/2020

26 Σεπτεμβρίου, 2020

Μικρές Ιστορίες

                                                              (Αυτού ή ενός άλλου κόσμου)

Της Σοφίας Κουκουλά

 

Οι μετρημένοι άνθρωποι

 

Ο άντρας, καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού, με τα ολάνθιστα και μυρωδάτα σεντόνια, σήκωσε διστακτικά το δεξί του χέρι και με πατρική, σχεδόν, φροντίδα σκέπασε την γυναίκα μέχρι τον λαιμό. Να μην του κρυώσει. Να προστατευτεί. Ν’ αντέξει.  Έπειτα έσκυψε ήσυχα μέχρι το μέτωπό της και της έσκασε ένα φιλί. Τα μουλιασμένα, από τα δάκρυα,  χείλια του, αφού φίλησαν ευλαβικά την ωραία κοιμωμένη τους, απομακρύνθηκαν ανόρεχτα από κοντά της με τον ίδιο αργό, ιεροτελεστικό, τρόπο, που την είχαν πλησιάσει. Έπειτα στηρίζοντας όλο του το βάρος στα δυο του χέρια, πήρε φόρα και σηκώθηκε από το διπλό τους κρεβάτι. Έσυρε τις παντόφλες του μέχρι το παράθυρο κι έκανε να το κλείσει μα τότε κοντοστάθηκε. Τι ομορφιά ήταν ετούτη, Θεέ μου! Καθώς οι αχτίδες του ήλιου χάραζαν το γερασμένο του πρόσωπο και θαλασσόδερναν  τα μάτια του -σαν μικρογραφία του απέραντου ουρανού, που ερωτοτροπεί με το πέλαγος έμοιαζαν μ’ αυτό το επίμονο πορτοκαλί του ήλιου να τους χτυπάει απροκάλυπτα- εκείνος παραδόθηκε χωρίς επιστροφή και για πρώτη φορά ένιωσε πραγματικά ελεύθερος.

   Χαμένος στις σκέψεις του δεν κατάλαβε για πότε πέρασε η ώρα. Έμοιαζε σαν να είχε κάνει μυστική συμφωνία με τον χρόνο. Ίσως πάλι και να μην είχε περάσει ούτε ένα λεπτό. Έτσι λειτουργούν αυτές οι συμφωνίες. Είναι απολαυστικές μα στ’ αλήθεια δεν επικυρώνονται ποτέ. Η γυναίκα άνοιξε τα μάτια της και γύρισε το κεφάλι της προς το φως «Τι βλέπεις ευτούνα μωρέ άντρα μου;» τον ρώτησε. Ο άντρας χωρίς να στρέψει αλλού το βλέμμα του, συνταραγμένος από την ζεστή ανάσα του ήλιου πάνω του, χάρισε στον κόσμο ένα μαγκιόρικο χαμόγελο κι έκλεισε απαλά τα βλέφαρά του « Μια σειρά από δέντρα, άλλα στοιχισμένα κι άλλα μπλεγμένα αναμετάξυ τους, με τις ρίζες τους σφιχταγκαλιασμένες να σκαρφαλώνουν σε τοίχους κι αυλές ή ν’ αντιστέκονται στου χώμα και να τ’ ανακατεύουν με τα ποδάρια τους, που μοιάζουν μ’ αράχνες τ’ άτιμα, εκείνες τις μεγάλες, που σουλατσάρουν στα παραθύρια κι ανάμεσα τους πηγές κρυστάλλινες και ρυάκια με κρύου νερού, που κατεβαίνει από του βουνού και νερά και ποτάμια και καταρράχτες, σαν αυτούς, που λούζονται οι νεράιδες ή ξαποσταίνουν τα παλικάρια να κοντοσταθούν, να πιουν, να ξεδιψάσουν και πουλιά, πολλά πουλιά, από τον Θεό σταλμένα, κόκκινα, κίτρινα, πράσινα, να πετούν πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, που πορπατούν δίχως στεναχώρια, που αγκαλιάζονται, που φιλιούνται, που λένε τα νέα τους, που κακαρίζουν, γυναίκα, σαν τις κότες μας στου κοτέτσι, που ζουν γιομάτοι από ευτυχία και γαλήνη…» της είπε.

   Τα πόδια του όμως δεν τον κρατούσαν άλλο όρθιο. Ο χρόνος είχε επιστρέψει. Έκλεισε το παράθυρο και τράβηξε την κουρτίνα. Σέρνοντας πάλι τις παντόφλες του, έφτασε μέχρι το προσκεφάλι της. Την ανασήκωσε και της έδωσε ένα χάπι να πιει μαζί με λίγο νερό. Αφού την τακτοποίησε πάλι κάτω από τα σκεπάσματά της, έπιασε τ’ ασθενικό της χέρι και μέτρησε τον σφυγμό της. Ούτε νοσοκόμα να ήταν!  Έπειτα έλεγξε την θερμοκρασία της μ’ ακόμα ένα φιλί κι έφυγε από το δωμάτιο κλείνοντας πίσω του την πόρτα. Η γυναίκα είχε απομείνει πια μόνη της.

   Δίπλα της, εκ δεξιών, ήταν ένα κομοδίνο. Η φωτογραφία του γάμου της, η Αγία Γραφή, ένα κομποσκοίνι, ένα ποτήρι με νερό σκεπασμένο μ’ ένα μικρό πιατάκι του καφέ, σκορπισμένα μερικά κουτιά με χάπια, η βέρα της κι ένα βάζο με φθινοπωρινά ρείκια, που κατάφεραν να μην ξεζουμιστούν από τις αεικίνητες κι αδηφάγες γυρίστρες του κάμπου. Λίγο πιο ‘κει ήταν η βαριά, ξύλινη, σκαλιστή ντουλάπα της, γεμάτη ρούχα, ποτισμένα από μυρωδιά ναφθαλίνης και καμφοράς, αφού είχε καιρό να τα βάλει για να κατέβει έστω μέχρι την εξώπορτα. Πάνω από την ντουλάπα είχε στοιβαγμένες μερικές κουβέρτες μάλλινες, για τα μεγάλα κρύα, κάτι μαξιλάρια κίτρινα γυαλιστερά, που ασφυκτιούσαν μέσα στις σακούλες και κάτι καλαθούνες με διάφορα τραπεζομάντηλα μέσα.  Απέναντί της το νυφιάτικό της με τον τεράστιο, θολό πια, καθρέφτη του, που δεν φαινόταν πίσω από το κουβούκλιο της τηλεόρασης, με τα συρτάρια του γεμάτα με προϊστορικά προικιά και το σκαμνάκι του, που έστεκε πια σε μια γωνιά του δωματίου και χρησίμευε σαν τραπεζάκι για τον απογευματινό καφέ συνοδεία πάντα γλυκού του κουταλιού ή υποβρυχίου. Η από εκεί πλευρά του αντρός της είχε όλη κι όλη μια σειρά από καρφιά για να κρεμάει τα βρώμικα αποφόρια του από το χωράφι, το κυνήγι ή τον καφενέ. Τον είχε μάθει ν’ ανοίγει και το παράθυρο σαν γδυνόταν και τα κρέμαγε κι έπαιρνε ο αέρας την μπόχα και δεν έφτανε στα ρουθούνια της. Εδώ και καιρό όμως στα καρφιά κρεμόταν καμιά ξεχασμένη ομπρέλα ή οι φορεμένες πιτζάμες του, υπενθύμιση για όποιον θα έβαζε κι ένα πλυντήριο μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Άλλες φορές πάλι αυτά τα καρφιά της θύμιζαν τον πόνο του Χριστού και παρηγορούταν για τον δικό της. Τον είχε άλλωστε, τον Δέσποτα, πάνω από το κεφαλάρι του καρυδένιου κρεβατιού της, Προστάτη και μοναδικό στολίδι των τοίχων αυτού του δωματίου.

   Με το κλείσιμο της πόρτας πίσω του, ο άντρας, έφυγε με την ψευδαίσθηση μιας επιστροφής. Έφυγε για λίγο. Σε λίγο θα ανέβαινε πάλι στον υπνοδωμάτιο και θα ξάπλωνε δίπλα της. Θα άνοιγε την τηλεόραση και θα χάζευε ότι του μοστράριζε το χαζοκούτι χωρίς στην ουσία να βλέπει. Θα είχε ποτίσει από το τσιγαράκι το πέτο του, από τα απαγορευμένα, ενώ μαζί με την ταγγισμένη αναπνοή του, θα μύριζε το στόμα του και σκουμπρί κονσέρβας ή κρεμμύδι από κάτι, που θα βρήκε και θα τσιμπολόγησε. Σε λίγα λεπτά θα τον έπαιρνε ο ύπνος και σε λιγότερο από μισή ώρα θα έτριζαν τα πατώματα από το ροχαλητό του. Μέσα στον ύπνο του, θα άγγιζε γλυκά το μπράτσο της και θα της το φιλούσε, ακόμα και σ’ αυτή την ηλικία. Θα του ανταπέδιδε την τρυφερότητα μ’ ένα φιλί στο στόμα. Εκείνος θα χαμογελούσε και θα χωνόταν στα στήθια της, να συνεχίσει τον ύπνο του, έτσι, σαν γιος παραδομένος στην αγκαλιά της μάνας του. Εκείνη θα του χάιδευε τα μαλλιά και θα έγερνε το κεφάλι της στο δικό του. Δεν θα κοιμόταν βαθιά. Μην τυχόν και χάσει την στιγμή. Θα έκλεινε απλά τα μάτια της. Θα άκουγε την ανάσα του. Θα την ένωνε με την ανάσα της. Θα την ένιωθε στο σουρωμένο δέρμα της, πως νότιζε στο νυχτικό της, πως την έκανε ακόμα ν’ ανατριχιάζει, πως την έκανε να νιώθει ότι βρίσκεται σπίτι της. Θα ήταν ευτυχισμένη, που γέρασαν μαζί πιο πολύ από ότι ήταν όσο ζούσανε μαζί. Τώρα είχε χρόνο. Να τον δει. Να τον αισθανθεί. Να τον ευχαριστηθεί. Είχαν απομείνει οι δυο τους, πια.

   Η ώρα στο ρολόι του διαδρόμου δείχνει έντεκα και μισή το πρωί. Κόσμος πολύς πηγαινοέρχεται. Δεν φαίνονται τα πρόσωπά τους μα νιώθεις την αγωνία τους σε κάθε τους βήμα. Εκείνη είναι ένας αριθμός. Στο δωμάτιό της δεν υπάρχουν ντουλάπες και προικιά. Δεν έχει δίπλα της το κομοδίνο της μ’ όλα τα απαραίτητα. Ούτε στον τοίχο κρέμονται τα ρούχα του να τα βλέπει και να μουρμουράει. Ευτυχώς ο Δέσποτας είναι κρεμασμένος πάνω από το προσκέφαλο κι αυτού του κρεβατιού. Ξυπνάει από τον θόρυβο της πόρτας. Πάλι καμιά νοσοκόμα θα την πασπάτεψε. Σαν αστροναύτες ήταν όλοι τούτοι εδώ όλες αυτές τις εβδομάδες με τις στολές τους και τις κάσκες στα κεφάλια τους. Ευτυχώς μέχρι το βράδυ θα ‘χει βγει και δεν θα σκιάζεται πια να τους θωρεί. Ανυπομονεί να δει τον κύρη της. Να τον κοιτάξει μια στάλα, που της έλειψε. Να ξαπλώσει δίπλα του έπειτα κι αν είναι τότενες ας πεθάνει. Κάποιος άφησε το παράθυρο του δωματίου ανοιχτό. Επιτρέπεται σ’ άρρωστο άνθρωπο; Σα να της ήρθε μυρωδιά από ρείκια του φθινοπώρου κι ας μην μοσχοβολούνε στην πραγματικότητα σαν γεννιούνται στα βραχάκια. Να δεις, που θα την περιμένει από κάτω, μ’ ένα μπουκέτο αγκαλιά.  Είναι βεβαία ότι θα την περιμένει φορώντας τις καλές του πιτζάμες, τις γυαλιστερές. Εκείνη δεν είναι πια αριθμός. Είναι η γυναίκα του, η μάνα του, η αδερφή του. Είναι όλα. Γέρνοντας το κεφάλι της στο πλάι βλέπει την μεγάλη της ντουλάπα. Χαμογελάει μακάρια. Ευτυχώς, που όλα είναι στην θέση τους.

  

Τέλος

 

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply

error: Content is protected !!