Τεχνες και Προσωπα

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ: Αξιοπρέπεια και ευαισθησία σε γαλλικό φόντο

23 Νοεμβρίου, 2020

Η κορυφαία Γαλλοελβετίδα πεζογράφος του 20στού αιώνα γεννήθηκε στις 8 Ιουνίου 1903 στις Βρυξέλλες και έφυγε από τη ζωή στις 17 Δεκεμβρίου 1987, απομονωμένη στο αγαπημένο της Μάουντ Ντέσερτ, ένα νησάκι στην πολιτεία Μέιν στη βορειοανατολική ακτή των ΗΠΑ.

Γράφει η Κατερίνα Μαθιουδάκη

Το πραγματικό και πλήρες όνομά της ήταν Μαργκερίτ Αντουανέτ Ζαν Μαρί Ζισλέν Κλενβέρκ ντε Κραγιανκούρ. Μεγάλωσε με τη νοοτροπία αριστοκράτισσας και έλαβε μαθήματα κατ’ οίκον, το γεγονός όμως ότι δεν πήγε σε σχολείο γαλούχησε την προσωπικότητά της με συνοδοιπόρο την μοναχικότητα όσο αφορά τη συναναστροφή με ανθρώπους της ηλικίας της. Ίσως γι’ αυτό να αγάπησε ιδιαίτερα τα γράμματα, αφού λέγεται πως ήταν ένα παιδί που προτιμούσε να της υπαγορεύουν ορθογραφία παρά να παίζει με κούκλες. Διδάχτηκε αγγλικά, ιταλικά, λατινικά και αρχαία ελληνικά – κάπως έτσι δικαιολογείται και η αγάπη της για τη χώρα μας, η εκτίμησή της για τον Κωνσταντίνο Καβάφη και τον Ανδρέα Εμπειρίκο και τα πολυάριθμα ταξίδια της στην Ελλάδα μεταξύ 1932-1939. Όλα αποδεικνύουν πως το κοσμοπολιτικό πνεύμα της ήταν κληροδότημα του πατέρα της Μισέλ Κραγιανκούρ, ενός ανθρώπου αφοσιωμένου στην διπλωματική του καριέρα που η σκληράδα του ακουμπούσε στην εσωστρέφεια και στην δυστοκία των συναισθημάτων του, γεγονός που άφησε ανάμεικτα συναισθήματα για την παρουσία του στη ζωή της. Στις προσωπικές της καταγραφές αναφέρει συγκεκριμένα: “Δεν ξέρω αν αγαπούσα ή όχι εκείνο τον ψηλό κύριο, που ήταν στοργικός χωρίς χαϊδολογήματα, που δεν μου απηύθυνε ποτέ εκδηλώσεις αγάπης και μερικές φορές μου έστελνε ένα καλοσυνάτο χαμόγελο.”  Η μητέρα της έφυγε πολύ νωρίς από τη ζωή, οπότε η μικρή Μαργκερίτ μεγάλωσε με διηγήσεις από τις γκουβερνάντες και με την έλλειψη πατρικής στοργής. Η αλήθεια είναι πως παρά τον πλούτο και την ευγενική της καταγωγή, δεν ένιωσε ποτέ ξεχωριστή. Σε κάθε της κίνηση ή συμπεριφορά σε μεγαλύτερη ηλικία επισήμανε πως κύριο μέλημά της ήταν η ανθρώπινη επαφή και πως από παιδί ακόμα, δεν έδειχνε μεγαλύτερο ενδιαφέρον στα μεγαλοαστικής αγωγής ξαδέλφια της απ’ ότι στα παιδιά του κηπουρού. Πάντως το μορφωτικό της επίπεδο της άνοιξε τον δρόμο για τα μετέπειτα χνάρια της και καθόρισε την πορεία της, αν και αργότερα οι επικριτές της δεν έχασαν ευκαιρία να εκφράσουν την δυσαρέσκειά τους, υποστηρίζοντας ότι τα κείμενά της έβριθαν «αγγλισμών» λόγω της μακρόχρονης παραμονής της στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Είναι κάπως αστεία η ιστορία που διάλεξε το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο. Μια μέρα, στην εφηβεία των δεκαέξι της χρόνων, έγραψε ένα-ένα τα γράμματα από το επώνυμό της (Κραγιανκούρ) σε μικρά κομματάκια χαρτιού, τα ανακάτεψε και με τη σειρά που τραβούσε τα χαρτάκια προέκυψε ο αναγραμματισμός «Γιουρσενάρ» όπου τελικά τον υιοθέτησε. Με αυτό υπόγραψε και την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Ο Κήπος των Χιμαιρών» Les jardins des chimeres») σε ηλικία 18 ετών.     

Στην προσωπική της ζωή, είχε βρει την σύντροφο της ζωής της στο πρόσωπο της Γκρέις Φρικ και από την ηλικία των 45 αποφάσισε να ζήσει μαζί της σε ένα μικρό νησί του Ατλαντικού. Ο όρος ομοφυλοφιλία δεν της άρεσε καθώς λέγεται πως τον έβρισκε υπερβολικά «ιατρικό». Το ίδιο ζήτημα δεν δίστασε να θίξει και στο πρώτο της μυθιστόρημα «Αλέξης ή η συγγραφή του μάταιου αγώνα» αλλά από την πλευρά ενός άνδρα που προτιμούσε τους άνδρες, βιβλίο που έγραψε στα 26 της χρόνια, φαινομενικά από μια άλλη οπτική και πλευρά που, ωστόσο, την οδήγησε να παρουσιάσει, αναγνωρίζοντας, με έμμεσο τρόπο και κομμάτια του δικού της εαυτού. Σε αυτό το νεανικό της έργο, ήταν ερωτευμένη με έναν άνδρα που προτιμούσε τους άνδρες, όμως κανείς δεν ξέρει τι πραγματικά σκεφτόταν όταν το έγραφε. Τα νεανικά της χρόνια εξιστορεί και στην τριλογία «Ο λαβύρινθος του κόσμου».

Έζησε για δεκαετίες στην Αμερική αποκτώντας την αμερικανική υπηκοότητα και απέκτησε ξανά την γαλλική, με την είσοδό της στην Γαλλική Ακαδημία εν έτει 1980, στις 6 Μαρτίου. Η αλήθεια είναι πως την δεκαετία του 1980 μια γυναίκα και δε, αμφιφυλόφιλη, δεν ήταν εύκολο να γίνει αποδεκτή στους ακαδημαϊκούς κύκλους και είναι αυτό που διαπιστώνουμε με τα ίδια μας τα μάτια (πέρα από τον άκρατο συντηρητισμό και τις απαρχαιωμένες αντιλήψεις που επικρατούσαν) όταν λέμε πως η μόρφωση ουδεμία σχέση έχει με την παιδεία! Η ίδια βέβαια ήξερε να απαντάει εύστοχα, όταν έπρεπε, εκεί που έπρεπε και επειδή στον λόγο της ήθελε να αφήσει υπαινιγμούς σχετικά με το γεγονός ότι έπρεπε να γίνει δεκτή στην Ακαδημία από τον προηγούμενο αιώνα (!), επισήμανε εύστοχα: «Aισθάνομαι τον πειρασμό να παραμερίσω για να επιτρέψω στις σκιές τους να περάσουν!» Ορισμένοι, που αγαπούσαν να κρύβονται πίσω από την πανοπλία του καθωσπρεπισμού τους, υποστήριζαν πως η θέση δεν της ανήκει γιατί δεν είναι «εντελώς γυναίκα» και άλλοι κολλούσαν στην τυπολατρική λεπτομέρεια της βελγικής υπηκοότητας από την πλευρά της μητέρας της. Επίσης, κάποιες αντιρρήσεις για την εκλογή της σχετίζονταν με τα ίδια της τα έργα …επειδή «είχαν διαβαστεί πολύ». Είχαν κυκλοφορήσει τα πεζογραφήματα «Διηγήματα της Ανατολής», η «Χαριστική βολή», «Η Άβυσσος», οι «Φωτιές» και είχε επίσης στο ενεργητικό της μεταφράσεις έργων της Βιρτζίνια Γουλφ και του Χένρι Τζέιμς, είχε επιμεληθεί και μεταφράσει ανθολογίες για τα μαύρα τραγούδια της Αμερικής «Fleuve profond, sombre riviére, «Negro Spirituals» και για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση «Το στεφάνι και η λύρα» και είχε βγάλει στο φως τη μελέτη «Κριτική παρουσίαση του Κωνσταντίνου Καβάφη» από μεταφράσεις ποιημάτων του Αλεξανδρινού που τις συνυπέγραφε η Γιουρσενάρ και ο Κ.Θ.Δημαράς. Εν τέλει, οι ένθερμοι υποστηρικτές της ήταν περισσότεροι από τους κακεντρεχείς, οι οποίοι μάλλον συμφώνησαν στην ιδέα να την εκλέξουν μεν χωρίς να την συναντούν συχνά δε, αφού λόγω διαμονής της στο εξωτερικό, δεν θα συμμετείχε στις συνεδρίες τους. Η αλήθεια είναι πως η Γιουρσενάρ παρέστη μόνο μια φορά και δεν δίστασε να δηλώσει με μια άκρως ειλικρινή, «βιτριολική» διάθεση μετά το πέρας της συνάντησής τους: «Είναι κάτι γεροντοπαλίκαρα που διασκεδάζουν παρέα τις Πέμπτες. Νομίζω ότι μια γυναίκα δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει εκεί μέσα».

Την τελευταία περίοδο της ζωής της, η Γιουρσενάρ θέλησε να γευτεί τη ζωή μέσω της λαχτάρας των εμπειριών και της χαράς που προσφέρουν τα ταξίδια μαζί με τον συνταξιδιώτη της Τζέρι Ουίλσον. Η Αλγερία, το Μαρόκο, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Αγγλία ήταν οι πρώτοι τους σταθμοί και αφού επέστρεψαν ξανά στην Αμερική και έδωσαν λίγο χρόνο στη σκέψη τους, συνέχισαν ακάθεκτοι την περιοδεία τους στην Ευρώπη πραγματοποιώντας μια κρουαζιέρα από τη Βενετία στην Αίγυπτο. Λίγο πριν κλείσει τα ογδόντα της χρόνια, η Γιουρσενάρ αποφάσισε να ταξιδέψει με τον Ουίλσον στην Ιαπωνία, στην Ταϊλάνδη, στις Ινδίες και επιπλέον, έκαναν και ένα πέρασμα από την Ελλάδα για να δουν το Ναύπλιο, τις Μυκήνες και την Επίδαυρο. Οι πτήσεις από και προς την Αμερική είχαν γίνει κάτι σαν την καθημερινή τους συνήθεια που δεν υπολόγιζε αποστάσεις ή κούραση και οι επόμενες αποδράσεις τους περιελάμβαναν το Άμστερνταμ, το Ναϊρόμπι, τη Μασσαλία, το Τζαϊπούρ. Αυτό όμως που δεν υπολόγιζαν ήρθε και τους χτύπησε την πόρτα λίγο πριν την άφιξή τους στο Νεπάλ και δεν ήταν άλλη από την ασθένεια του Τζέρι, που οφειλόταν στον ιό HIV. Μετά από λίγο καιρό ο μικρότερος άνδρας που η ίδια είχε δηλώσει «ευθαρσώς» ότι αγαπούσε τρελά, την είχε αφήσει μόνη…

Για να αποφύγει τυχόν αποκυήματα φαντασίας, ανακρίβειες ή λασπολογία γύρω από το όνομά της, η Γιουρσενάρ προσανατόλισε τους μελλοντικούς της βιογράφους προς τα εκεί που ήθελε και ολόκληρο το προσωπικό της αρχείο (πλήθος από επιστολές, φωτογραφίες, αποκόμματα και σημειώσεις που επιθυμούσε να διατηρηθούν στα βάθη των χρόνων και να θυμίζουν την διαδρομή της) ταξινομήθηκε και δωρίθηκε από την ίδια στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, με τον όρο να μείνει αλώβητο για τα επόμενα πενήντα χρόνια μετά από τον θάνατό της. Η ίδια είχε πει πως θα έγραφε ως τη στιγμή που η πένα θα έπεφτε από τα χέρια της. Όμως επειδή η «φυγή» μας από αυτή την ζωή είναι ένας παράγοντας που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, η Γιουρσενάρ αποχαιρέτησε τα εγκόσμια σε ηλικία 84 ετών πριν ολοκληρώσει το αυτοβιογραφικό κύκνειο άσμα της «Τι; Η αιωνιότητα» (μεταφράστηκε από την επιστήθια φίλη της Ιωάννα Χατζηνικολή, η οποία έχει μεταφράσει ένα μεγάλο μέρος από το σύνολο του έργου της) αφήνοντας ωστόσο τόσο έντονο τη στίγμα της σε αυτή την πορεία που λέγεται ζωή σαν να μην άφησε τίποτα στη μέση…

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply

error: Content is protected !!