Τεχνες και Προσωπα

«Μαμά»: Η έγνοια, η αγάπη και η φροντίδα δεν μπαίνουν στο νοίκι

23 Φεβρουαρίου, 2020

Υπάρχουν ενήλικες που φοβούνται την αγκαλιά. Ως παιδιά, κανείς δεν τους την έδειξε. Και όταν, πάλι ως παιδιά, κάποιος θελήσει να τα αγκαλιάσει, αυτά στέκονται εκεί, σαν αγάλματα, μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία και να συνεχίσουν από εκεί που σταμάτησαν.

Γράφει η Κατερίνα Μαθιουδάκη

Ασχολούμενη τελευταία με την δημιουργική απασχόληση κακοποιημένων παιδιών από τη θέση της παιδαγωγού – εκτελώντας ένα λειτούργημα από ένα διαφορετικό πόστο συγκριτικά με αυτό της δημοσιογραφίας – αυτό που περιέγραψα πιο πάνω είναι μια από τις δυνατές φετινές μου εμπειρίες. Ένα τέτοιο παιδί είναι και η Αμπάρ, η ηρωίδα της Marta Bracelo του έργου «Μαμά». Μεγαλωμένη σε ίδρυμα και πλέον μια σύγχρονη γυναίκα κοντά στην ηλικία των τριάντα, το θέμα μητρότητα άρχισε να της τριβελίζει το μυαλό απ’ όλες τις απόψεις: Ο διακαής της πόθος να γίνει μαμά την ώρα που η ανάγκη της να ακουμπήσει κάπου γιατί χρειαζόταν μια μαμά περισσότερο από ποτέ αλλά ποτέ δεν είχε, έγιναν ένα. Στο δρόμο της βρίσκεται η Εσπεράνσα, μια γυναίκα που γίνεται μαμά με αμοιβή. Με συμβόλαια και με μια συνθήκη «απαραίτητη» αλλά σίγουρα παράξενη για όσους έχουν μεγαλώσει στους κόλπους μιας, στα μέτρα του φυσιολογικού, οικογένειας. Μην σας φαίνεται περίεργο… Όταν δεν ξέρεις πως είναι να σε νοιάζονται και να σε φροντίζουν, αντιμετωπίζεις τα συναισθήματα σαν ένα είδος συναλλαγής. Και έτσι πράττεις. Και μπορεί σε αυτή την περίπτωση να μιλάμε για μια από τις πιο ευφάνταστες ιστορίες που έχουν ειπωθεί στο σανίδι του θεάτρου μέσα από την σύγχρονη λογοτεχνία τα τελευταία χρόνια, αλλά το αισιόδοξο της υπόθεσης είναι ότι η έγνοια, η αγάπη και η φροντίδα δεν ενοικιάζονται. Καρποφορούν στο μόνιμο σπίτι της καρδιάς και «σκουντουφλάνε» σε συμβόλαια, όρους και εμπορικές διαπραγματεύσεις.

Η παράσταση ξεκίνησε τη διαδρομή της από το θέατρο «Θησείον» τον περασμένο Μάη σε σκηνοθεσία Γιώργου Σουλεϊμάν και συνεχίζει την πορεία της ακάθεκτη από τον Οκτώβρη του 2019 στο αγαπημένο θέατρο «Κατερίνα Βασιλάκου».  Το θέμα μάνα – κόρη πάντα επίκαιρο και διαχρονικό, αλλά ο τρόπος που το «ακουμπάει» και εμβαθύνει η συγγραφέας σκληρός και ολοκληρωτικά ευαίσθητος συνάμα σε όλες του τις προεκτάσεις. Στο τιμόνι δύο γυναίκες που ίσως να μην περίμενες να δεις μαζί – προσωπικά, όταν είδα την αφίσα σκέφτηκα ότι η Ευγενία Σαμαρά, ως νέο και φρέσκο πρόσωπο, πρέπει να διανύσει πολλά χιλιόμετρα υποκριτικής για να βρει το κατάλληλο σημείο προσέγγισης που θα την ενώσει στη σκηνή με την Ελένη Καστάνη – αλλά από την άλλη πλευρά οι, φαινομενικά αντίθετες, δυάδες επί σκηνής πάντα μου έκλεβαν το βλέμμα και πάντα αποδεικνύονταν εκ των υστέρων η καλύτερη μου «συνθήκη» στο θεατρικό σανίδι. Τα απανωτά sold out της παράστασης δε, στο θέατρο «Θησείον» την περασμένη άνοιξη δεν με άφησαν ανεπηρέαστη. Ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι από την απήχηση που πρωτοσυνάντησε η παράσταση από κοινό και κριτικούς κάτι ενδιαφέρον «παίζει» εδώ. Και εκ των υστέρων συνειδητοποίησα ότι πραγματικά υπάρχει κάτι εδώ που ανεξέλεγκτα σου γρατζουνάει την ψυχή.

Τι όμορφο, άφθαρτο πρόσωπο είναι η Ευγενία Σαμαρά και πόσο γνήσιο αποτέλεσμα δίνει στο «πλάσιμο» της ηρωίδας της… Αυτή η σκληρή συνθήκη που επιζητά ως Αμπάρ μπορεί να την κάνει να νιώθει αμήχανα απέναντι στη μέλλουσα «μαμά» της αλλά παράλληλα είναι και η πραγματικότητά της, η αλήθειά της, το βίωμά της. Βάζει τα όριά της και σηκώνει τοίχους ως άμυνες γιατί δεν μπορεί να λειτουργήσει αλλιώς. Ο ρόλος της Σαμαρά δεν είναι εύκολος. Πρέπει να ισορροπεί περίτεχνα στις ψυχολογικές διακυμάνσεις της γυναίκας που υποδύεται, χωρίς υπερβολές και υποκριτικούς «θορύβους». Προσωπικά, στο πρόσωπο της είδα το πρόσωπο των παιδιών που γνωρίζω, ως ενήλικες. Μέσα από τις φοβίες και τους δισταγμούς της να αγαπηθεί και να προσφέρει αγάπη, η έκφρασή της ταυτίστηκε με την εικόνα των δικών μου παιδικών γνώριμων προσώπων και που πραγματικά με έχει οδηγήσει να αναρωτηθώ πώς θα εξελιχθούν και θα πορευτούν στη ζωή τους ως ενήλικα άτομα. Αυτό με σόκαρε αρχικά αλλά αποδείχτηκε μια σπουδαία εμπειρία στο τέλος για μένα από την θέση του θεατή. Γιατί το θέατρο είναι ζωή και λειτουργεί όχι μόνο ως μέσο ψυχαγωγίας αλλά και ως μέσο διδαχής. Σπουδαία και η σκηνή που η Αμπάρ ξεσπάει στην Εσπεράνσα και η Εσπεράνσα αντιδρά. Δεν χρειάστηκε να κάνουν πολλά, καθώς η εσωτερικότητα και η χημεία μεταξύ τους είναι τα στοιχεία που φέρνουν ένα καθηλωτικό μούδιασμα επειδή ξεσκονίζουν από τη μνήμη της καρδιάς τόσο δυνατά συναισθήματα χωρίς να χρειαστεί, αυτό που λέμε στην καθομιλουμένη, «να τραβήξεις το έργο από τα μαλλιά» για να προκαλέσεις τη συγκίνηση.

Ανεξαιρέτως οι ηθοποιοί που έχουν γράψει στη συνείδηση του κοινού ως υπέρμετρα κωμικοί ηθοποιοί, έχουν μια ιδιαιτέρως, έντονη υποκριτικά, δραματική πλευρά, η οποία ξεγυμνώνεται όταν το απαιτούν οι συνθήκες, το έργο, η παράσταση, ο σκηνοθέτης. Αν προσθέσετε και το γεγονός ότι η Ελένη Καστάνη είναι ηθοποιός υψηλής στόφας, τότε μιλάμε για μια θεατρική στιγμή της ηθοποιού, ίσως και για την ωριμότερη στην εώς τώρα πορεία της. Η Εσπεράνσα της Καστάνη έχει τη μορφή μιας κλασσικής μαμάς μιας μεσογειακής χώρας, από την εμφάνιση εώς και την συμπεριφορά αλλά παρά τις πίκρες που της έδωσε η ζωή, διατήρησε το προσωπικό της φως, τις ευαισθησίες και το χιούμορ της και έμαθε να είναι ικανοποιημένη με τα λίγα, προσφέροντας πάντα πολλά από το περίσσευμα που της υποδήλωνε η καρδιά της. Η ερμηνεία της Καστάνη είναι απλά μοναδική, δεν θα μπορούσα να φανταστώ κάποια άλλη σε αυτό το ρόλο και είναι σαν να γράφτηκε για εκείνη, σαν η συγγραφέας να την είχε στο μυαλό της όταν την δημιουργούσε… Και είναι όντως μαγικό πως «κουμπώνει» όλο αυτό και το βλέπεις να πραγματώνεται στη σκηνή και μοιάζει να είναι άρρηκτα δεμένο, ρόλος και ηθοποιός μαζί, Εσπεράνσα και Καστάνη ένα.

Ο Γιώργος Σουλεϊμάν, σκηνοθέτης της «Μαμάς», φώτισε με πολύ απλά μέσα τη σχέση μάνας – κόρης και εμβάθυνε στο κείμενο αναδεικνύοντας τα δυνατά του σημεία, σε συνδυασμό με την υποκριτική ταυτότητα των ηθοποιών. Η συγγραφέας αγγίζει με ιδιαίτερη ευαισθησία τον πυρήνα της οικογένειας, σαν τον πυρήνα ομόκεντρων κύκλων που όλοι θέλουμε εκεί να επιστρέφουμε, ανεξάρτητα από τους βιωματικούς τόπους που προερχόμαστε. Και εδώ έρχεται η σκηνοθετική προσέγγιση του Σουλεϊμάν να δώσει την απαιτούμενη διάσταση στο θέμα ανθρώπινες σχέσεις, με τα καλά του και τα άσχημά του, αλλά κυρίως να φωτίσει την ανάγκη του ανθρώπου να νιώθει ότι ανήκει κάπου, η οποία καταρρίπτει κάθε επαγγελματική σύμβαση με όρια, κανόνες, νόμους, συμβόλαια.Η μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ άμεση, οι σκηνικές και ενδυματολογικές παρεμβάσεις της Ηλένιας Δουλαδίρη εύστοχες (δεν θα ξεχάσω ποτέ το κίτρινο με μαύρα πουά φόρεμα της μαμάς Εσπεράνσα) και οι φωτισμοί της  Ζωής Μολυβδά Φαμέλη καταλυτικοί στην όλη ατμόσφαιρα που επιθυμεί να αποδώσει ο σκηνοθέτης. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια γυναικεία υπόθεση στο μεγαλύτερό της ποσοστό, στην οποία επικεντρώνεται το ρητό «η ισχύς εν τη ενώσει» (η συγγραφέας, οι ηθοποιοί, τα φώτα, η μετάφραση και η σκηνογραφία-ενδυματολογία της παράστασης έχουν γίνει από γυναίκες) και όλο αυτό καθορίζεται από την σκηνοθετική εποπτεία ενός άντρα που  πετυχαίνει μια ουσιώδη ανάγνωση του έργου με ρυθμό, αμεσότητα, ειλικρίνεια και ευαισθησία.

Στο τέλος, θα θέλετε να καταχειροκροτήσετε την Ελένη Καστάνη και την Ευγενία Σαμαρά και να μοιραστείτε μαζί τους τις κοινές σας εμπειρίες. Γιατί η Εσπεράνσα μπορεί να είναι η μοναδική μαμά που μαγειρεύει τα καλύτερα κανελόνια, αλλά όχι η μόνη που το μυστικό της πετυχημένης συνταγής της κρύβεται στο υλικό …που μισεί η κόρη της!

Συντελεστές

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Σκηνοθεσία: Γιώργος Σουλεϊμάν
Σκηνογραφία – Ενδυματολογία: Ηλένια Δουλαδίρη
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη
Πρωτότυπη Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης
Οργάνωση παραγωγής: Εύα Πολυχρονιάδου
Artwork: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς
Βοηθός Σκηνοθέτη: Σπύρος Σιακαντάρης

Ερμηνεύουν:

Μαμά: Ελένη Καστάνη
Κόρη: Ευγενία Σαμαρά

Στο Νέο Θέατρο Βασιλάκου, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15.

 

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply

error: Content is protected !!