Τεχνες και Προσωπα

Η Κατερίνα Μαθιουδάκη συνομιλεί με τον Γιώργο Γαλίτη / Συνέντευξη

15 Οκτωβρίου, 2020

 Δημοσιογραφική επιμέλεια: Κατερίνα Μαθιουδάκη

 

Mίλησα με τον Γιώργο Γαλίτη λίγο πριν την αναγγελία των νέων μέτρων στο θέατρο, όταν όλοι οι άνθρωποι του πολιτισμού ήταν “επί ξύλου κρεμάμενοι” από την διαρκή αβεβαιότητα που βίωναν. Εκείνος, ως πιστός εργάτης του θεάτρου και με αισιοδοξία, συνέχιζε τις πρόβες του στο Alhambra Art Theatre και για τις δύο παραστάσεις που θα πρωταγωνιστεί, για τις οποίες οριστικοποιήθηκε ότι ανοίγουν αυλαία στις 22 Οκτωβρίου και στις 2 Νοεμβρίου στην Αθήνα, ενώ προηγείται μία στάση στη Θεσσαλονίκη για «Τα ραδίκια ανάποδα» στις 26-27-28 Οκτωβρίου στο Θέατρο Αυλαία. Υπέρμετρα ευγενικός, από την πρώτη στιγμή που επικοινώνησα μαζί του, δέχθηκε να συνομιλήσουμε για όλα αυτά που ετοιμάζει αλλά και για όσα καταγράφονται στην, μέχρι τώρα, πορεία του. Η ταπεινότητά του απαράμιλλη, επιζητά μόνο να κατακτά την προσπάθεια να ονειρεύεται και να πλησιάζει στοχευμένα τους ρόλους που αγαπά γιατί το θέατρο αποτελεί ταυτόχρονα για τον ίδιο φως και δύναμη. Φέτος, θα διανύσει τον ένατο χρόνο επικηδείας για τα άκρως επιτυχημένα «Ραδίκια» του αλλά παράλληλα θα φροντίσει να ορθώσει το ανάστημά του …όπως μόνο ένα κοντός ξέρει, σε μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου: «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός» και μάλιστα σε σκηνοθεσία Χάρη Ρώμα! Κύριες και κύριοι, ιδού η απολαυστική συζήτηση που είχα με τον Γιώργο Γαλίτη!

Κατερίνα Μαθιουδάκη: Ένατος χρόνος επικηδείας” για «Τα ραδίκια ανάποδα».

Γιώργος Γαλίτης: Ναι, είναι για ένατη χρονιά και πρόκειται για μια παράσταση που έχει σημειώσει μεγάλη επιτυχία. Είναι 13 κωμικοί επικήδειοι – γι’ αυτό και αυτός ο τίτλος – και έχει παρουσιαστεί σε αρκετά θέατρα στην Αθήνα και στην υπόλοιπη Ελλάδα, σε περιοδείες.

Κ.Μ.: Ξέρω άτομα που την έχουν παρακολουθήσει και 5 και 6 φορές…

Γ.Γ: Και ήδη το περιμένουν… Ελπίζω δηλαδή! Θέλουν να έρθουν να το ξαναδούν, μου στέλνουν μηνύματα στο facebook και ξέρω από φίλους και γνωστούς ότι τους έχει λείψει η συγκεκριμένη παράσταση καθώς πέρυσι δεν την είχα παρουσιάσει στην Αθήνα και φέτος έκανα μόνο λίγες παραστάσεις εντός και εκτός Αθηνών. Τώρα βρισκόμαστε σε μια πολύ ιδιαίτερη συνθήκη και είναι λίγο περίεργα τα πράγματα με όλο αυτό που συμβαίνει, οπότε ας ελπίσουμε – όχι μόνο για την παράσταση αυτή αλλά και για εκείνη που φιλοξενείται και παίζω στο Alhambra Art Theatre και είναι «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός» – να πάνε γενικότερα καλά τα θέατρα και ο κόσμος να δείξει ότι θέλει να βγει, να χαρεί, να δει παραστάσεις.

Κ.Μ.: Γενομένης της κατάστασης, είστε αισιόδοξος;

Γ.Γ: Είμαι αισιόδοξος. Το ότι πρέπει βέβαια να γίνουν πολλά πράγματα, αυτό ισχύει ώστε να στηριχτούν οι καλλιτέχνες. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι είναι σε απελπιστική κατάσταση. Και όχι μόνο οι καλλιτέχνες, έχει χτυπήσει πολλούς κλάδους αυτό το παράξενο πράγμα που ζούμε. Γιατί είναι όντως πολύ παράξενο πράγμα, δεν είναι λογικό όλο αυτό που μας συμβαίνει. Εγώ αισιοδοξώ γιατί στην Ελλάδα έχουμε ζήσει πολύ πιο δύσκολα, πολέμους και άσχημα γεγονότα στα οποία ο πολιτισμός και οι καλλιτέχνες έδωσαν το παρών και οι θεατές είχαν την ανάγκη και να διασκεδάσουν και να εκφραστούν μέσα από την τέχνη. Όταν πας σε μια παράσταση, δεν είσαι απλώς θεατής. Ο θεατής είναι ένα πολύ ζωντανό πλάσμα και πιστεύω ότι συμμετέχει σε μια παράσταση και σαν δημιουργός ακόμα, δημιουργώντας την ατμόσφαιρα… Από την ανάγκη του δημιουργείται το θέατρο.

Κ.Μ.: Γι’ αυτό είναι και κάθε παράσταση διαφορετική;  

Γ.Γ: Φυσικά, κάθε παράσταση είναι διαφορετική. Αυτό το νιώθω πάρα πολύ στις κωμωδίες γιατί χωρίς να αλλάξεις λόγια ή να βάλεις προσθήκες, ο κόσμος κάθε φορά είναι διαφορετικός και γελάει σε διαφορετικά σημεία της παράστασης. Το κοινό είναι ένας ζωντανός οργανισμός και προσωπικά, όταν κάνω μια παράσταση λειτουργώ σαν να απευθύνομαι σε έναν θεατή, τον πιο έξυπνο και τον πιο απαιτητικό… Αυτό θέλω.

Κ.Μ.: Παρόλα αυτά, στα «Ραδίκια ανάποδα» εμπλουτίζετε τους χαρακτήρες με καινούργια στοιχεία κάθε σεζόν;

Γ.Γ: Έχουν μπει πολύ λίγα πράγματα αλλά γενικώς η παράσταση αυτή είναι σατυρική. Έχει πολλά σατυρικά στοιχεία αλλά δεν έχει να κάνει με την επικαιρότητα. Έχει να κάνει περισσότερο με τους ανθρώπινους χαρακτήρες. Είναι μια τυπολογία χαρακτήρων. Από ‘κει και πέρα, σατυρίζονται καταστάσεις και νοοτροπίες. Για παράδειγμα, στον χαρακτήρα της πλούσιας χήρας έχω βάλει ότι θα κάνουν ένα πάρτι και ότι θα κρατάνε αποστάσεις και θα έχουμε τον «Χαρδαλιά security», κομμάτια τα οποία τα δοκίμασα το καλοκαίρι και ήταν αστεία. Τώρα, με δύο – τρεις ατάκες που μπορείς να βάλεις μέσα σε ένα έργο, το επικαιροποιείς κιόλας. Δεν έχω αλλάξει κομμάτια μέσα σε αυτό και δεν χρειάστηκε κιόλας. Σε όλα αυτά τα χρόνια, το κείμενο έχει δοκιμαστεί σε πολλά γεγονότα γιατί περισσότερο το αντιμετωπίζω σαν κωμωδία παρά σαν ένα επικαιρικό κείμενο. Η κωμωδία είναι διαχρονική γιατί περιέχει διαχρονικό χιούμορ.

 Κ.Μ.: Ίσως γι’ αυτό σας πάει, θεωρώ, πολύ ο ελληνικός κινηματογράφος. Στο «Γοργόνες και Μάγκες» πριν μερικά χρόνια ήσαστε εξαιρετικός, γι’ αυτό και περιμένω με ανυπομονησία τον ρόλο σας στην παράσταση «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός». Κάπου διάβασα ότι θα υποδυθείτε τον ρόλο του Νίκου Ρίζου, σωστά;

Γ.Γ: Ναι. Φυσιογνωμικά δεν είμαι αυτό που λέμε η πρώτη επιλογή – παρόλο που έχω ξαναπαίξει τον ρόλο του Νίκου Ρίζου στο «Της κακομοίρας» – αλλά ο Χάρης Ρώμας είχε την ιδέα. Επειδή αυτές οι προσωπικότητες ήταν και περσόνες, πάντα στις ελληνικές ταινίες ο καθένας είχε τον τύπο του και τα αστεία που κουβαλούσε από ρόλο σε ρόλο. Τα πράγματα βέβαια έχουν αλλάξει τώρα… Εγώ αντιμετωπίζω την κωμωδία από ρόλο σε ρόλο. Προσωπικά, χαίρομαι πάρα πολύ που βρίσκομαι πάλι με τον Χάρη στη σκηνή και χαίρομαι επίσης που θα με καθοδηγήσει και ως σκηνοθέτης καθώς επειδή είναι συγγραφέας, γνωρίζει πάρα πολύ καλά τον τρόπο που πρέπει να ειπωθούν τα πράγματα, την καθαρότητα που έχει η κωμωδία, το timing που πρέπει να έχει για να λειτουργήσει η φάρσα… Αυτό το πράγμα είναι που διδάσκει και ο ίδιος στην σκηνοθεσία του. Επικοινωνούμε πάρα πολύ καλά μεταξύ μας αλλά και με όλους τους συναδέλφους και πιστεύω ότι θα γίνει μια πολύ όμορφη παράσταση. Επειδή όμως όλοι οι κωμικοί του ελληνικού κινηματογράφου που τους κουβαλάμε μέσα μας είναι στο αίμα μας, έχουμε μεγαλώσει μαζί τους, τους έχουμε θαυμάσει από μικρά παιδιά, έχουν μπει στα σπίτια μας και τους θεωρούμε δικούς μας ανθρώπους, το γεγονός ότι μπορεί ένας ηθοποιός παίζοντας τον ρόλο – γιατί πρώτα ήταν θεατρικά έργα αυτά τα κείμενα και μετά έγιναν κινηματογραφικές ταινίες – να βάλει τον θεατή στην διαδικασία να ξεχάσει την ταινία, είναι νομίζω και το ζητούμενο. Έπειτα, είναι αν το κατά πόσο θα ασχοληθείς δημιουργικά με τον ρόλο και όχι απλώς να μιμηθείς την ερμηνεία του προηγούμενου σπουδαίου ηθοποιού… Αυτό προσπάθησα τότε στις «Γοργόνες και μάγκες»: να έχω έναν δικό μου χαρακτήρα και τρόπο. Στο φετινό εγχείρημα, δεν με βοηθάει που δεν είμαι κοντός αλλά θα το παίξω γιατί φαντάζομαι στο μυαλό μου έναν άνθρωπο τον οποίο έχουν συρρικνώσει και τον έχουν κάνει «ανθρωπάκο»! Ε, κάποια στιγμή βρίσκει την ευκαιρία να “τσιλημπουρδίσει” και να υψώσει το μπόι του …Tο οποίο επανέρχεται!

Κ.Μ.: Κυριαρχούν τα ίδια συναισθήματα όταν ανεβαίνει ένας ηθοποιός στη σκηνή με ένα έργο που για οχτώ χρόνια το έχει συστήσει σε μια μεγάλη μερίδα κοινού και όταν ανεβαίνει στη σκηνή με ένα έργο που το κοινό θα δει για πρώτη φορά;

Γ.Γ: Ναι, πάντα το ίδιο συμβαίνει. Και αντιμετωπίζω κάθε παράσταση σαν να είναι η πρώτη και η τελευταία μου φορά πάνω στη σκηνή. Αυτή, νομίζω, είναι η χαρά μου στο θέατρο γιατί ποτέ δεν έχω βαρεθεί. Ποτέ δεν έχω βαρεθεί να πάω στην πρόβα μου και κυρίως, στην παράσταση. Για μένα είναι ένα από τα φωτεινά σημεία της ημέρας μου. Και ίσως το πιο φωτεινό, γιατί εκεί εκφράζομαι 100%, εκεί είναι η χαρά μου και ιδιαίτερα όταν κάτι είναι επιτυχημένο και το αγαπώ… Και όταν το αγαπάει και ο κόσμος, ακόμα περισσότερο. Υπήρξαν και ρόλοι που δεν μου πήγαιναν ή ο κόσμος δεν τους τίμησε τόσο πολύ και υπήρχαν πράγματα τα οποία τα είχα αγαπήσει πάρα πολύ, αλλά ο κόσμος δεν ανταποκρίθηκε. Όμως κερδίζεις και από τις λεγόμενες «αποτυχίες», αν και δεν θεωρώ ότι κάνουμε ποτέ αποτυχία. Η ενασχόληση με το θέατρο είναι μια πορεία. Περπατάμε, περπατάμε και δουλεύουμε. Είσαι ένας εργάτης που πας, δουλεύεις και χαίρεσαι αυτό που κάνεις και αυτό που προσφέρεις.

 Κ.Μ.: Διάβασα πως ως μαθητής στο Εθνικό, είχατε γράψει τις επιθεωρήσεις “Όπερα της Αντάρας” και “Γελοίου Τόπος”. Τι σας οδηγεί στη γραφή; Eίναι ένα είδος λύτρωσης;

Γ.Γ: Ναι, γράφω κυρίως σατυρικά κείμενα. Έχω γράψει και ένα βιβλίο, έχω γράψει για θεατρικές παραστάσεις, για επιθεωρήσεις και για την τηλεόραση αρκετές φορές. Περισσότερο ήταν η ανάγκη μου να έχω κείμενα που να με εκφράζουν και να θέλω πολύ να παίξω αυτούς τους συγκεκριμένους ρόλους. Όπως και στα «Ραδίκια», επειδή είναι δικό μου το κείμενο, και εκεί συμπύκνωσα ή έβαλα πράγματα τα οποία θα ήθελα να παίξω… Αυτοί οι 13 ρόλοι έχουν πολλά-πολλά στοιχεία και όχι από ρόλους ή από έργα, αλλά από αποστάγματα ρόλων που θα ήθελα να παίξω. Υπάρχει το παράλογο επειδή αγαπώ πάρα πολύ τον Μπέκετ, υπάρχει η επιθεώρηση, η παντομίμα, πολλά στοιχεία κωμικά και γι’ αυτό τα έβαλα όλα αυτά ώστε να τα παρουσιάσω. Συνήθως δεν τα ζητούν αυτά στο θέατρο, αν και στο θέατρο πάντα με το σώμα λειτουργώ αρχικά και μετά με τον λόγο.    

Κ.Μ.: Mέσα από τους ρόλους σας, ανακαλύπτετε κομμάτια του εαυτού σας;

Γ.Γ: Και ανακαλύπτω και βάζω κομμάτια του εαυτού μου. Παίζοντας έναν ρόλο ή φιλοδοξώντας να παίξεις κάποιο ρόλο, όταν έχεις φτάσει σε ένα σημείο που μπορείς να επιλέγεις τα έργα που θέλεις να παίξεις ή τους ρόλους που αγαπάς, επιθυμείς να εκφράσεις κάτι ή να ανακαλύψεις. Αυτό συμβαίνει κυρίως στους σπουδαίους κλασσικούς ρόλους. Από ‘κει και πέρα, στους ρόλους που χρειάζονται περισσότερο την προσωπικότητα σου ή την ενέργειά σου για να τους χτίσεις από την αρχή, χρειάζονται πολλά κομμάτια του εαυτού σου. Προσωπικά, πιστεύω ότι για έναν ηθοποιό το καλύτερο είναι να πηγαίνει αυτός προς τον ρόλο και όχι να φέρνει τον ρόλο στα μέτρα του. Υπάρχουν πολλοί ηθοποιοί που απλώς «φοράνε» ρόλους που μπορεί να είναι μεγάλοι και σπουδαίοι ρόλοι αλλά, εν τέλει, απλώς τους φέρνουν στα μέτρα τους. Για μένα ο ηθοποιός και κυρίως οι δραματικοί ηθοποιοί πρέπει να είναι διαφορετικοί από ρόλο σε ρόλο. Στους κωμικούς επιτρέπεται να έχεις αυτό που λέμε “μανιέρα” καθώς είναι αυτό που αγαπάει ο κόσμος: αγαπάμε τον Βασίλη Αυλωνίτη, τον Τζέρι Λιούις, τον Τσάρλυ Τσάπλιν γιατί ήταν αυτοί που ήταν – και πολλές φορές ο κόσμος απογοητεύεται αν ο τάδε δείξει κάποιο άλλο πρόσωπο. Για παράδειγμα, ο Τσάπλιν όταν έκανε τον «Κύριο Βερντού» δεν αγκαλιάστηκε τόσο όσο όταν έπαιζε τον αλήτη… Ο κόσμος δεν το δέχτηκε τόσο εύκολα. Αλλά καλό είναι να προχωράμε και να πηγαίνουμε και κόντρα στο ρεύμα πολλές φορές.

Κ.Μ.: Εσείς ποιους ρόλους επιθυμείτε να υποδυθείτε στο θέατρο;

Γ.Γ: Τον ρόλο του Βλαδίμηρου στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», ο οποίος είναι ένας κωμικοτραγικός ρόλος. Μου αρέσει ωστόσο και ο «Ριχάρδος Γ’» αλλά θα ήθελα να υποδυθώ και τον Γουίλλυ στον «Θάνατο του εμποράκου».  Είναι ρόλοι που τους θέλω, τους φαντάζομαι και τους αγαπώ πάρα πολύ αλλά υπάρχουν και άλλοι τόσοι που θα ήθελα να υποδυθώ. Εμένα περισσότερο μου αρέσουν τα δράματα παρά οι κωμωδίες. Έχω όμως πολύ καιρό να δω στο σινεμά μια κωμωδία σαν τις παλιές, σπουδαίες κωμωδίες… Νομίζω πως τελευταίος ήταν ο Τζέρι Λιούις και ο Ζακ Τατί.

Κ.Μ.: Τι σας χαλαρώνει από την ένταση της δουλειάς;

Γ.Γ: Μου αρέσει πάρα πολύ να διαβάζω. Και θεατρικά έργα και λογοτεχνία… Έχω μεγάλη αγάπη για τα βιβλία…

Κ.Μ.: Σας ταξιδεύουν…

Γ.Γ: Ναι… Και μου αρέσει ιδιαίτερα ο χώρος των βιβλίων. Πηγαίνω πολύ συχνά σε μεγάλα βιβλιοπωλεία γιατί μου αρέσει πολύ η συντροφιά του βιβλίου.

Κ.Μ.: Όσο μεγαλώνουμε, λένε πως βλέπουμε πιο καθαρά τα μειονεκτήματά μας. Ποιό από αυτό θα θέλατε να πετάξετε με την πάροδο του χρόνου;

Γ.Γ: Έχω πάρα πολλά…!

Κ.Μ.: Όλοι μας!

Γ.Γ: Περισσότερο τις στιγμές που είμαι πολύ τεμπέλης… Αυτό θα ήθελα να πετάξω. Θα ήθελα να δουλεύω πιο πολύ! Θα ήθελα να κάνω πολύ περισσότερα πράγματα αλλά πολλές φορές δεν υπάρχει χώρος. Θα ήθελα να κάνω τηλεόραση και να φτιάξω μια κωμωδία έτσι όπως εγώ την φαντάζομαι αλλά δεν νομίζω να υπάρχει χώρος…

Κ.Μ.: Δεν αφήνουν να υπάρξει χώρος… Εξάλλου όλοι το γνωρίζουμε, πολύ λίγα πράγματα αξίζει να δει πλέον κανείς στην ελληνική τηλεόραση. Το καλό βέβαια είναι ότι έχει επιστρέψει η μυθοπλασία.

Γ.Γ: Ναι, όντως. Το κακό είναι ότι έχει επιστρέψει η μυθοπλασία στις ειδήσεις! Δυστυχώς, τα reality και η όλη κατάσταση κυριαρχούν.

Κ.Μ.: Και κάτι τελευταίο… Μου είπατε νωρίτερα ότι το πιο φωτεινό σημείο της μέρας σας είναι η ενασχόλησή σας με το θέατρο. Παρόλα αυτά, υπάρχει κάτι που σας έχει στερήσει το θέατρο;

Γ.Γ: Εμένα το θέατρο με έχει βοηθήσει σε πολύ δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Όταν είμαι με τη σύντροφό μου, με φίλους, με τη μητέρα μου, τον αδερφό μου και την ανιψιά μου, η μέρα μου φωτίζεται πάρα πολύ, ίσως και περισσότερο από το θέατρο. Είναι όμως πολύ μεγάλη η χαρά μου να προσφέρω το γέλιο στους ανθρώπους. Και ειδικά σε τόσο δύσκολες εποχές, προσφέροντας όχι ένα χαχανητό αλλά το ποιοτικό γέλιο, το οποίο θα σε κάνει να το κουβαλάς μαζί σου μετά την παράσταση. Να μην είναι κάτι δηλαδή το οποίο θα μας κάνει να γελάμε επί δύο ώρες αλλά μετά θα ξεχάσουμε γιατί γελάσαμε καθώς πολλές φορές ντρεπόμαστε το ότι γελάσαμε με αυτό… Το θέατρο έχει φως και δύναμη. Προσωπικά, το πιο γλυκό πράγμα που έχω ακούσει πηγαίνοντας με έργο σε περιοδεία, είναι όταν έφηβοι ήρθαν και μου είπαν ότι πρώτη φορά έβλεπαν θέατρο και χτύπησε στην καρδιά τους… Και αυτό είναι το πιο ωραίο πράγμα που έχω ακούσει. Δεν είναι πολύ σπουδαίο;

Κ.Μ.: Βέβαια! Σκεφτείτε πως θα μπορούσε να γίνει το αντίθετο! Να δουν μια πολύ κακή παράσταση και να μην ξαναπατήσουν…

Γ.Γ: Σαφώς. Εγώ πολλές φορές έχω δει παραστάσεις, οι οποίες δεν μου αρέσουν καθόλου και μου χαλούν όχι μόνο τη διάθεση αλλά όλη τη βραδιά. Βγαίνω εκνευρισμένος, προδομένος θα έλεγα… Βέβαια μπορεί σε κάποιους να ακούγονται υπερβολικά όλα αυτά, αλλά ούτε εγώ κάνω πάντα σπουδαία πράγματα και  απλά, όταν συμβαίνουν είμαι χαρούμενος. Φυσικά μιλάω όταν υπάρχουν οι ιδανικές συνθήκες και όταν το προσπαθούμε. Εγώ αυτό που λέω για τον εαυτό μου είναι ότι μια ζωή θα προσπαθώ. Δεν θέλω ούτε να φτάσω κάπου, ούτε να γίνω πολύ πλούσιος… Θέλω, αν μπορώ, να προσπαθώ και αν έχω χώρο και συνοδοιπόρους σε αυτή την προσπάθεια, θα είμαι χαρούμενος.

Κ.Μ.: Επιτρέψτε μου να σας πω ότι μετά από τόσα χρόνια σκληρής δουλειάς και εμπειριών, δικαιούστε να καταθέτετε κάποια πράγματα για τον λόγο ότι τα γνωρίζετε αρκετά καλά.

Γ.Γ: Λέμε πως «το θέατρο δεν το μαθαίνεις ποτέ»… Και χίλια χρόνια να παίζεις, δεν θα το μάθεις. Υπάρχουν πράγματα τα οποία τα έχουν εδραιώσει και τα έχουν βάλει στα κουτάκια τους αλλά αν τα κάνεις στη σκηνή, δεν σημαίνει ότι θα είναι πάντα επιτυχημένα. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που έρχεται στην πρεμιέρα αλλά πάντα, κατά την διάρκεια της πρόβας υπάρχει το βάσανο των πολλών πραγμάτων, του μπερδεμένου μυαλού… Πολλές φορές όμως αντιλαμβάνεσαι πώς θα πάει κάτι από την αρχή ή αν θέλει πολλή προσπάθεια. Συνήθως τα πράγματα που θέλουν πολλή προσπάθεια δεν είναι και αυτά που μας πετυχαίνουν. Έχω παρατηρήσει ότι όσο πιο εύκολα έχω γράψει ένα κείμενο, τόσο πιο μεγάλη επιτυχία είχε. Πολλές φορές πρέπει να γεννιούνται και εύκολα… Όμως δεν συμβαίνει συχνά, η δουλειά μας συνήθως θέλει το παίδεμά της…! Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια μέρα τον εαυτό μου να πρέπει να φύγω και να θέλω να βγω έξω και να γράφω ένα κειμενάκι, το οποίο ήταν ο «σπόρος» για να γίνουν «Τα ραδίκια ανάποδα»… Έγινε στο “φευγιό” που λένε αλλά εν τέλει προέκυψε κάτι πολύ ωραίο για μένα!

 

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply

error: Content is protected !!